Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

το "αλλά"

Λένε ότι οι αντιθέσεις πάντα φτιάχνουν αρμονία. Δεν είμαι σίγουρη αν στη ζωή μου κυριαρχεί αρμονία, όσο κι αν οι αντιθέσεις υπάρχουν.

Φοβάμαι τις τεράστιες λεωφόρους και την ταχύτητα,
άλλα είναι φορές που μια γρήγορη βόλτα με ανοιχτά τα παράθυρα
μπορεί να με κάνει να ξεχαστώ.
Ακούω για μεγάλο χρονικό διάστημα κάποια τραγούδια,
έχω μάθει τα λόγια τους απ' έξω,
άλλα
έρχεται μια συγκεκριμένη μέρα
που κατανοώ σε βάθος τους στίχους.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι συνέχεια από άτομα,
αλλά δεν γουστάρω να χαιρετάω γνωστούς μου στο δρόμο.
Με έχω πιάσει να πανικοβάλλομαι
όταν μένω πολύ ώρα μόνη με το μυαλό μου,
αλλά
είναι ο πιο πιστός φίλος στη μέχρι τώρα πορεία μου.
Θέλω να βάλω το καλάθι όσο τίποτα,
αλλά χαρώ περισσότερο αν δώσω μια καλή πάσα.
Έχω νιώσει να μη θέλω ούτε καν να σε σκέφτομαι,
αλλά σε πάω τόσο - όταν είσαι μόνο μαζί μου.
Είναι φορές που σκέφτομαι "δεν έπρεπε να το είχα πει αυτό",
αλλά το μετανιώνω στα επόμενα δευτερόλεπτα
γιατί τουλάχιστον τώρα ξέρω.
Θέλω να φύγω,
αλλά
δεν θα μπορούσα να ζήσω κάπου αλλού.
Θέλω επιτέλους να ξεφύγω απ' αυτά που παλεύω τόσο καιρό,
αλλά
για ένα περίεργο ηλίθιο λόγο πάντα εδώ καταλήγω.
Νιώθω ότι δεν έχω τίποτα να πω,
αλλά
παράλληλα ελπίζω και πιστεύω
ότι ο καθένας κάτι θα αποκομίσει από μένα.
Βλέπω ότι ο χρόνος περνάει,
αλλά
δεν κάνω ο,τι περνάει από το χέρι μου
για να φρενάρω κάποιες μου στιγμές.
Αναλύω τα πάντα μέσα μου,
αλλά
δεν φτάνω στη λύση που θα με κάνει ευτυχισμένη.


Κάποια μέρα, αυτό το "αλλά", θα το κάνω κομμάτια. Θα το σκορπίσω στον αέρα και θα πέσει στη γη. Θα μπει μέσα στο χώμα. Θα φυτρώσουν δέντρα κόκκινα που θα φτάσουν ως τον ουρανό και θα ακουμπήσουν τα σύννεφα. Μόνο οι ρίζες των δέντρων θα ξέρουν τι περιείχε το "αλλά" μου. Πόσα δάκρυα, πόσα ξενύχτια, πόσες πρόχειρες βρισιές, πόσες ποιητικές αναλύσεις. Ώσπου μια μέρα οι κορμοί των δέντρων θα είναι τόσο δυνατοί που θα τραβήξουν προς το μέρος τους όλα τα "αλλά" του κόσμου. Θα γεμίσει η γη ανθρώπους με καθαρά συναισθήματα.

Τότε ο κόσμος θα είναι καλύτερος, ΑΛΛΑ... πρέπει πρώτα να κομματιάσω το "αλλά" μου.

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Λες να ήρθε η ώρα;

Είναι κι αυτά τα λόγια
απ' τον μόνο άνθρωπο που θεωρείς "δικό" σου
που έρχονται ένα βράδυ για να σε ταρακουνήσουν
και να σου θυμίσουν ότι κάτι δεν κάνεις καθόλου καλά.

"Ζήσε το τώρα γαμώτο. Εδώ είμαστε.
Μη σκέφτεσαι συνέχεια το αύριο.
Μην το κάνεις αυτό στον εαυτό σου.
Έχεις τν "τάδε" που σε λατρεύει
και νιώθει υπερήφανος που είσαι εκεί.
Έχεις κάποιες εμπειρίες παραπάνω.
Μην προτρέχεις συνέχεια στη ζωή σου.
Σού είχα πει ότι θα νιώσω υπερήφανη
μόνο αν δεν κάνεις τις μαλακίες που έκανα εγώ.
Ξέρεις πώς να το κάνεις. Μια ζωή βιάζεσαι.
Εδώ είμαστε. ΖΗΣΤΟ. ΕΔΩ ΕΙΜΑΣΤΕ.
Στ' αρχίδια σου τι θα γίνει στο μέλλον.
Είσαι εδώ, έχεις αυτά, εκμεταλλεύσου τα.
Θα έρθουν και οι δύσκολες στιγμές.
Τελικά, δεν περνάς και τόσο άσχημα, ε;"

Τα δάκρυα κρατημένα. Τα ρακόμελα να ρέουν στο αίμα,
χωρίς ιδιαίτερη επίπτωση. Η απάντηση δεν θα μπορούσε
να είσαι σαφής. Σάμπως ξέρω εγώ τι συμβαίνει μέσα μου;
Σάμπως το θέλω που πάντα βιάζομαι; Δεν θα ήθελα να ζω
την κάθε στιγμή; Δεν θα ήθελα να μη σκέφτομαι από τώρα το "τέλος";
ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟ ΜΙΣΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ.
Δεν θέλω τίποτα απ' όλα αυτά. Θα μου έλεγες "ε τότε, άλλαξε το".
Θα σου έλεγα "προσπαθώ". Μαλακίες. Ξέρω ότι δεν προσπαθώ.
Έχω πεισθεί ότι "δεν μπορώ". "Πρέπει να πεισμώσεις".
Πρέπει να πεισμώσω. Πρέπει να αλλάξει. Ίσως πρέπει και να αλλάξω.
Επίσης ξέρω ότι "αν τα αναλύεις όλα στη ζωή σου, θα υποφέρεις".
Τι άλλο θέλω για να κάνω την αλλαγή; Τι άλλο πρέπει να περιμένω;
Ο χρόνος φεύγει. Μένουν 6 μέρες. Λες να ήρθε η ώρα;


ΥΓ. Μείον ένα στήριγμα. Συνεχίζω.

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Ως πότε; Για πόσο;

Μετά από ένα ξέσπασμα πάντα έρχεται η υπερβολική σκέψη.
Επανέρχεται για την ακρίβεια.
Μήπως δεν τα ζύγισα καλά;
Μα ήταν μπροστά στα μάτια μου.
Ο θυμός στο έπακρο.
Δεν μ' αρέσουν τα μισόλογα.
Ούτε οι σπόντες.
Απ' την άλλη, υπάρχουν τόσα άλλα.
Αυτά τα άλλα...

Είναι κάποια άτομα που απλά θες να μπεις στο μυαλό τους.
Πολύ τολμηρό.
Ίσως αυτό που θα βρεις να σε τρομάξει.
Ίσως να το περιμένεις.
Ίσως να είναι καλύτερο από αυτό που περιμένεις, ίσως χειρότερο.
Απλά θες να δεις τι γίνεται εκεί μέσα.
Τι να κάνω;
Πόσο θα αντέχω;
Τι θα γίνει "μετά";
Αυτές οι μέρες θα ξεχαστούν.
Δεν το θέλω...
Δεν έχω άλλη επιλογή.

Θέλω ΤΟΣΑ να γράψω.

Θέλω ΤΟΣΑ να φωνάξω, να κάνω, να προτείνω, να εγκαταλείψω.
ΩΣ ΠΟΤΕ; ΓΙΑ ΠΟΣΟ; ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ.

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΥΡΙΣΩ ΠΙΣΩ. ΕΚΕΙ, Σ' ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΠΡΟΑΥΛΙΟ. ΜΕ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ. ΝΑ ΤΑ ΖΗΣΩ ΟΛΑ ΑΠ΄ ΤΗΝ ΑΡΧΗ. ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΛΗΞΩ ΠΟΤΕ ΠΑΛΙ ΕΔΩ. ΑΣΦΥΚΤΙΩ. ΔΕΝ ΠΑΙΡΝΩ ΑΝΑΣΑ. ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΚΕΙ ΠΟΥ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ "ΑΠΛΑ ΣΩΣΤΑ". ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ ΜΑΚΡΙΑ. ΚΕΦΑΛΙΑ ΓΝΕΦΟΥΝ ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΤΙΚΑ ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΣ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΜΟΥ ΑΛΛΑ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΕ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ. ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΕ ΑΚΟΥΕΙ. ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΜΑΘΕΙ ΝΑ ΑΚΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΩ ΜΑΘΕΙ ΝΑ ΜΙΛΑΩ, ΟΥΤΕ ΝΑ ΓΡΑΦΩ. ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΩ ΕΚΕΙ. ΠΙΣΩ. ΟΠΩΣ ΗΜΟΥΝ ΤΟΤΕ. ΟΛΑ ΗΤΑΝ ΑΛΛΙΩΣ. ΔΕΝ Μ' ΑΡΕΣΕΙ ΕΔΩ. ΚΑΘΟΛΟΥ ΔΕΝ Μ' ΑΡΕΣΕΙ. ΓΑΜΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

-After Game-

Λένε ότι η κούραση του αγώνα βγαίνει μετά από το μπάνιο. Ισχύει. Είμαι κομμάτια. Οι παλμοί μου δεν έχουν πέσει. Πονάω παντού. Το ευχαριστήθηκα όσο δεν πάει. Νιώθω μια δυσνόητη ανακούφιση και μια ανεξήγητη "χαρά".

Ήταν κρίμα. Ας το παραδεχτούμε. Πώς γίνεται όμως όλα να έγιναν ΤΟΣΟ σωστά; Όλα έγιναν έτσι όπως θα έπρεπε. Μόνο ένα βασικό λάθος. Ο χρόνος. Λίγο πιο νωρίς. Πάντα κάτι θα χαλάει επειδή έπρεπε να γίνει "λίγο πιο νωρίς"
Μερικά λεπτά. Λίγα χειροκροτήματα νωρίτερα. Όταν αργείς να πιστέψεις στον εαυτό σου και στην κρυμμένη σου δύναμη πάντα κάτι χαλάει. Τη δύναμη την έχουμε. Χρόνο έχουμε. Μένει η προσπάθεια. Η διαίσθησή μου μου λέει ότι δεν θα απογοητευτούμε.

Βγάζω και κάποια συμπεράσματα σιγά σιγά, όσο διανύουμε αυτό το "διάστημα". Καταλήγω κάπου, το επεξεργάζομαι, το σκέφτομαι, το δουλεύω μέσα μου και τελικά απλά το ανακοινώνω και επίσημα στον εαυτό μου. Κάποιες φορές ανακουφίζομαι, κάποιες όχι. Προς το παρόν, ναι. Γιατί το μόνο σίγουρο είναι ότι "ουδείς αναντικατάστατος". Και ο χρόνος τρέχει και δεν τον φτάνω και το τέλος έρχεται, αλλά έχουμε δρόμο. Έτσι κι αλλιώς "Τι είναι ο δρόμος και πως τον οδηγείς; Τον μετράς σ' ό,τι είναι πίσω ή σ' αυτά που είναι να δεις;" Αν τα δεις ποτέ. Αν μπορέσεις. Πάντα το ίδιο... Θα το ζήσω. Έτσι για το γαμώτο.

"Είναι ξαφνικά που νιώθεις τη χαρά μικρού παιδιού!"
http://www.youtube.com/watch?v=DJ0QvvN3vDU

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Αδιανόητα Διαφορετικοί (;)

Έφτασα στον Ιανό σχεδόν αργοπορημένα. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Η "μέρα σου" για διάφορους λόγους ένιωθα πως είναι και δική μου. Η περηφάνια ήταν ανεξήγητη. Πώς όμως να μην είσαι περήφανος για έναν δικό σου άνθρωπο που καταφέρνει κάτι τόσο σπουδαίο; Αγόρασα το βιβλίο στην είσοδο και άρχισα να το ξεφυλλίζω. Ήταν εκεί. Όλα τα κείμενα που κατά καιρούς είχα διαβάσει και άλλα που αγνοούσα την παρουσία τους. Το όνομα σου στο εξώφυλλο με έκανε να χαμογελάσω.

Υπήρχε πολύς κόσμος. Ο καθένας ήταν εκεί για δικούς του λόγους. Κάποιος για να στηρίξει τον φίλο του στο νέο του ξεκίνημα, άλλος για να δει και να ακούσει αυτό το "παιδί θαύμα", ή όπως μ' αρέσει καλύτερα, αυτό το θαυμάσιο παιδί. Ανυπομονούσα να σε δω. Βγήκες να καλωσορίσεις τους καλεσμένους σου. Είχες ένα χαμόγελο ξεκούραστο - όση πνευματική κούραση και αν υπήρχε. Η χειραψία σου ήταν σοβαρή και συγχρόνως καθόλου επιτηδευμένη. Με το βλέμμα σου ευχαριστούσες τον καθένα που διέθεσε χρόνο για να απολαύσει τη δουλειά σου. Με αγκάλιασες και στην ερώτηση μου για το αν έχεις άγχος απάντησες αρνητικά. Να ξέρεις, με καθησύχασες, γιατί εγώ είχα αρκετό.

Η βραδιά ξεκίνησε και όλοι πήραν τις θέσεις τους. Άκουγα να μιλάνε για σένα με σεβασμό. Άνθρωποι που ήξεραν να χειρίζονται τις λέξεις και το βάρος τους, εξήγησαν καλύτερα από τον καθένα πόσο είχες δουλέψει, τι είχες θυσιάσει για αυτό το αποτέλεσμα και πόσο λαχταρούσες αυτό που συνέβαινε εκείνη τη στιγμή. Ήρθε η σειρά σου να μιλήσεις. Κοιτάζοντας στο χαρτί αυτά που είχες προετοιμάσει, χωρίς να κοιτάς τον κόσμο απέναντι σου, μιλούσες με ειλικρίνεια. Όλοι ένιωθαν ότι τους συστηνόσουν προσωπικά, ότι τους κοιτούσες στα μάτια, όσο κι αν αυτό δεν συνέβαινε. Το χειροκρότημα ήταν ζεστό. Τόσο ζεστό που και οι τελευταίες υπόνοιες αμηχανίας εξαφανίστηκαν. Ήταν όλοι εκεί. Σε θαύμαζαν και το χαμόγελό τους πρόδιδε ενθουσιασμό.

Έφτασε και η σειρά των τραγουδιών. Το πιάνο έκανε την αρχή και οι φωνές των κοριτσιών ηχούσαν στα αυτιά του κοινού τους στίχους σου, τις ανησυχίες σου, και τα συναισθήματά σου. Πήγαιναν όλα... "απλά σωστά".

Το τελευταίο κομμάτι της βραδιάς ήταν σαφώς ο,τι συμβαίνει σε κάθε παρουσίαση βιβλίου. Ο συγγραφέας υπογράφει τα βιβλία των αναγνωστών. Τι συμβαίνει λοιπόν όταν ο συγγραφέας είναι ένας "κοινός" -κατά τα λεγόμενα- 15χρονος μαθητής λυκείου; Συμβαίνει η εκπλήρωση ενός ονείρου. Ήσουν εκεί και έγραφες τις προσωπικές σου ευχές στον καθένα. Σε άτομα γνώριμα, σε άτομα σπουδαία και σημαντικά, σε άτομα που αγαπάς και σε αγαπάνε, σε ξένους που έτυχε να ταυτιστούν με τα κείμενά σου. Περίμενα να φύγει ο κόσμος για έχω χρόνο να σου μιλήσω. Την αφιέρωση θα την κρατήσω για μένα. Θα μου δίνει δύναμη να συνεχίσω να γράφω.

Στην τελική ξέρεις κάτι; Δεν είσαι παιδί θαύμα. Τα παιδιά θαύματα συνήθως χάνονται. Ήρθες για να μείνεις. Ήρθες και τους φώναξες μες τη μούρη "Ε ΚΟΙΤΑΞΤΕ ΜΕ, ΑΞΙΖΩ". Έδωσες φωνή σ' όλους εκεί έξω που θέλουν να μιλήσουν και δεν έχουν την ικανότητα. Θύμησες σε όλους μας πως όχι, δεν είμαστε αδιανόητα διαφορετικοί, εσείς μας βλέπετε έτσι. Κι όσο συνεχίζεις να κάνεις αυτό που αγαπάς όλο και περισσότεροι θα αναγνωρίζουν την αξία σου. Θα τους παίρνεις απ΄το χέρι και τους οδηγείς σε δρόμους με χρώματα και φως. Η μαυρίλα της εποχής θα εξαφανίζεται. Γιατί δεν μπορούν μας επιβάλλουν τίποτα. Γιατί είμαστε... αδιανόητα φωτεινοί.

Υ.Γ. Ευχαριστώ. Για όλα.

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Άλφα - Β[ήττα]

Αντέχω, για πόσο ακόμα;
Β
ασανίζομαι, θα το συνηθίσω.
Γαμώ, γαμώ, γαμώ.
Διακριτικά βλέμματα και συναισθήματα.
Ενταση, μόνο ένταση και πάθος.
Ζήλεια, τι άλλο;
Ήρθες, αλλά ξέρω ότι δεν μπορείς να μείνεις.
Θα τα καταφέρω.
Ικανότητα, ταλέντο και μαλακίες.
Κυνικός, πάνω από όλα.
Λαμβάνω και προσφέρω.
Μίσος, αγάπη μαζί.
Νάρκες παντού, προσοχή.
Ξορκίζω το κακό, αλλά και πάλι...
Ουσία. Μακάρι όλοι να έμεναν εκεί.
Πειθώ. Διπλωματία.
Ρεαλισμός, απαισιοδοξία.
Σταματώ, ξεκινώ και ψάχνω.
Τείχη, αυτά που ύψωσες. Με πνίγουν.
Υπηρετώ οποιονδήποτε εκτός απ' τον εαυτό μου.
Φωνάζω και δεν μ' ακούει κανείς.
Χάνομαι και δεν με ψάχνεις.
Ψέματα, παντού τριγύρω.
Ώφελος, αυτό κινεί τα πάντα.

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

"όταν θα έρθει η στιγμή"

Μια πρώτη απόπειρα. Why not?

Να ήξερα ποιό είναι το σωστό και ποιό το λάθος

Με μιας να αποφάσιζα τι θέλω να κερδίσω
να έπραττα ανάλογα, να ξεύφευγα απ'το πάθος
να δώσω τον αγώνα μου, να μάθω να ελπίζω


Όταν θα έρθει η στιγμή ξανά να αποχωρίσω
το σημάδι μου για πάντα θα χαράξω

το κεφάλι μου ούτε στιγμή θα σκύψω
"ήρθε η ώρα" δυνατά θα πρέπει να φωνάξω.

Και ποιός ορίζει το "γιατί;"
και ποιός θα βγάλει την ετυμηγορία;
Θυμήσου πως με στήριξες πολύ
όταν οι άλλοι πέσαν πάνω σαν θηρία.

Κάπου χαθήκαμε, μέσα στην τόση φασαρία
Μα οι ψίθυροί μας, θα ακουστούν στην ιστορία.
Μετά από χρόνια θα μιλούν και θα κραυγάζουν
"τροχός ήταν και γύρισε", μα τώρα απουσιάζουν.



Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ

Ηθελα πολυ να γραψω, σκεφτομουν το περιεχομενο της αναρτησης και στον δρομο. Χωρις τονους. Δεν θελω να ειναι επισημο. Δεν θα μου βγουν αυτα που θελω και το ξερω. Μια προσπαθεια ποτε δεν εβλαψε κανεναν.

ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ. Ακουω τη Μποφιλιου να λεει "Αυτο ειμαι, ο,τι κι αν κανω. Οσο αλλαζω χρονο χανω, ειμαι αυτο, για τοσο παω." Και ταυτιζομαι, θελοντας και μη. ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ. Αν αποτυχει πεθαινω μεσα μου αλλα συνεχιζω, ετσι, για τα ματια του κοσμου. ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ. Ξαναπεθαινω, ποσους θανατους να αντεξει ενας ανθρωπος; Ξανασυνεχιζω, αυτη τη φορα για μενα. Οι προσπαθειες στερευουν και σιγα σιγα μου ερχεται η σκεψη του "τι κανω εγω εδω; που παω;" Τι να κανω... ανθρωπινα ειναι αυτα. Δεν θα μιλησω συγκεκριμενα, και ελπιζω κανεις να μη με καταλαβει. Ελπιζω μονο καποιοι να με νιωσουν, να πουν "οπ, αυτο κατι μου θυμιζει, το' χω νιωσει κι εγω." Ας χρησιμοποιησουν κι αλλοι τα λογια μου. Ενιωσα "καλα" οταν εγινε. ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΚΟΜΑ. Εχει τελειωσει το κουραγιο και ζηταω να αποσυρθω, αν δεν εχω ηδη αποσυρθει. Για ποσο θα αποσυρομαι; Για ποσο δεν θα κοιταω το φοβο στα ματια; Για ποσο δεν θα μπορω να καταλαβω την αξια μου; Οση κι αν ειναι. Για ποσο θα πηγαινουν στο βροντο λογια που θα ηθελα να εφαρμοσω; Για ποσο θα στριμωχνομαι στο "μεχρι εκει παω"; Για ποσο δεν θα παιρνω επιτελους την αποφαση; Για ποσο θα αντεχω να αντεχω; Για ποσο δεν θα μπορω να κοντρολαρω την λογικη; Για ποσο η υπερβολη μου θα γινεται μαχαιρι στην καθημερινοτητα μου, και για ποσο το ανυπαρκτο θαρρος μου θα σταματαει τα πιο ομορφα μου ονειρα; Τελικα ισως θα ηθελα να εχω και το δικο σου θρασος. Απο την πληρη ηττοπαθεια, το θρασσος ειναι καλυτερο, μπορει να σε παει "καπου".

Με τρομαζει λιγο ο εαυτος μου. Συνειδητοποιω οτι καταλαβαινω αυτο που νιωθω και την αλλη στιγμη λεω "τι γινεται εκει μεσα;". Παω μεχρι το περιπτερο αργα το βραδυ και αδειαζω σε καποιον ολες τι σκεψεις μου. Αν ηταν αλλος, δεν θα καταλαβαινε τα μισολογα που ελεγα. Αλλα δεν ειναι "καποιος", ευτυχως. Δεν ξερω τι εχω αναγκη και πανω απο ολα δεν ξερω αν αυτο που εχω αναγκη μπορει να υλοποιηθει. Μπορει ηδη να το εχω. Καθε μερα. Καθε ωρα. Μπορει να θελω κι αλλα. Μπορει να ημουν ευχαριστημενη με λιγοτερα απ' οσα ειχα. Ναι, το ξερω "εισαι μπερδεμενη". Εχω πληρη επιγνωση. Ωρες ωρες νομιζω οτι τα' χω λυσει ολα, κι αλλες πιστευω πως ο κομπος θελει κοψιμο, δεν λυνεται. Ειναι πολλα πολλα πολλα μικρα πραγματα. Ασημαντα, σημαντικα, αδικαιολογητα.

Σου ειπα οτι δεν περιμενω να με καταλαβει κανεις και δεν το θελω. Ειπα πολλα. Αναφερομαι σε ολη τη φαση της ζωης μου. Στην καθε λεπτομερεια. Καθε προταση για αλλο γεγονος, για αλλο συναισθημα. Αυτος ειναι ο σκοπος. Να τα αραδειαζω εδω ακαταλαβιστικα, μπας και τα διαχωρισω και βγαλω ακρη. Και στο κατω κατω ξερεις κατι; Αυριο καλα θα ειμαι...

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Οπτικές γωνίες.

Τελικά παίζει ρόλο η οπτική γωνία του πράγματος. Επιβεβαιώνεται καθημερινά. Ίσως βέβαια να πρέπει και να αλλάξω. Να ακούσω τις έμπιστες γνώμες; Να μην ακούσω κανέναν; Να προσπαθήσω να τα απλοποιήσω όλα, όπως στα μαθηματικά; Μα εγώ τα μισώ τα μαθηματικά. Τη λογική, τα μαθηματικά και τα τέλη. Αυτά μισώ. Μα κάθε τέλος κρύβει μια καινούργια αρχή. Και αυτή τη μισώ. Εκτός κι αν βγει σε καλό. Τότε σε κάνει να νοσταλγείς λιγότερο το τέλος. Πάλι καλά που έχω την αρχή μου λοιπόν..

Κάθε φορά αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει ένας κύβος και αμέσως μετά συνειδητοποιώ ότι εμφανίζονται τρεις τοίχοι. Το πρόβλημά μου είναι ότι δεν ξέρω σε ποιο από τα δύο να συγκεντρωθώ. Η εναλλαγή της εικόνας με κουράζει. Με πολλή σκέψη κατέληξα στο συμπέρασμα ότι μπορεί να υπάρχουν και τρεις ρόμβοι, απλοί, που δεν χρησιμεύουν σε τίποτα. Πόσες ακόμα οπτικές γωνίες να υπάρχουν; Πόσο ταυτίζεται με τη ζωή μου/σου αυτός ο πίνακας;

Υπομένω και επιμένω. Νιώθω τυχερή με την αρχή μου, προσπαθώ να σπρώξω τις αναμνήσεις προς το πίσω μέρος το εγκεφάλου μου. Κι αν δεν πιάσει; Ούτε η πρώτη φορά θα είναι, ούτε η τελευταία. Θα κάνω αυτό που ξέρω να κάνω (σχεδόν) καλά. Ένα απλό screen...

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

χάνω το μέτρημα.

Τι μπορεί να σου κάνει η έλλειψη υπολογιστή... Μεγάλη ζημιά! Ο Νοέμβριος βουβός, και ήταν τόσα που ήθελα να γράψω. Θα τα παραθέσω συνοπτικά, μπας και μου φύγει κανένα βάρος.

Είναι τρομακτικό ορισμένες φορές πώς οι διαφορές σου με έναν άνθρωπο μπορούν να σας φέρουν κοντά. Θέλω να πω, ζείτε σε άλλους κόσμους, αλλά καταφέρνετε να βρείτε το μοναδικό μονοπάτι που ενώνει τους κόσμους σας και βαδίζετε παρέα. Όχι μόνιμα. Ελάχιστες φορές η βόλτα είναι ευχάριστη και ήρεμη. Τις περισσότερες στο μονοπάτι βρίσκεται ο ένας από τους δύο και περιμένει τον άλλον να εμφανιστεί, πράγμα που συνήθως δεν συμβαίνει. Η "πλάκα" αρχίζει όταν ο ένας μπαίνει στον κόσμο του άλλου. Πάρτι! Ποτέ δεν βγάζει σε καλό...

Οι αποφάσεις μου ποτέ δεν ήταν μόνιμες. Τελικά μάλλον είμαι εκμεταλλεύσιμη. Ναι, εγώ. Μην απορείς. Το υπόλοιπο είναι "η εικόνα". Περιμένω μέχρι να μην πάει άλλο και μετανιώνω αμέσως μετά. Τι να πεις; "Όταν αλλάξω", αν αλλάξω, όσο αλλάξω, ίσως να' ναι καλύτερα.

Κάποιοι δεν θα καταλάβουν ποτέ τα "νοήματα". Θα τα εκλάβουν αλλιώς. Θα τα παρεξηγήσουν. Ίσως τα αγνοήσουν. Γράφω για αυτούς που με καταλαβαίνουν. Γράφω για αυτούς που θέλουν να με καταλάβουν κι ας μην τα καταφέρνουν. Γράφω για μένα, γράφω για αυτή που θέλω να γίνω. Γράφω για ανθρώπους που δεν θα με διαβάσουν ποτέ. Γράφω για κάποιους που είναι ξεχασμένοι σε ένα γήπεδο ή σε μια τάξη... Γράφω κι ας μην έχω τίποτα να πω. Γράφω για να αποτυπώνω με τις λέξεις τα αντικρουόμενα συναισθήματά μου. Δε γράφω για ένα πρόσωπο. Δεν αποσκοπώ μόνο εκεί, όσο κι αν θέλω να πω κάποια πράγματα. Γράφω για σένα, που μάλλον δεν θα σε καταλάβω ποτέ. Γράφω για όλους όσους ζουν με το αίσθημα. "ΠΟΣΟΙ ΖΟΥΝ ΜΕ ΤΟ ΑΙΣΘΗΜΑ; ΠΟΣΟΙ; φοβάμαι πως χάνω το μέτρημα."

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Ένα ακόμα τραγούδι..

Καταλαβαίνεις τι πάει να πει να ψάχνεις παντού απεγνωσμένα την έμπνευσή σου;
Καταλαβαίνεις τι πάει να πει να μην μπορείς να ελέγξεις την αναπνοή σου;
Τι πάει να πει να χαίρεσαι με πράγματα και καταστάσεις που δεν περίμενες ποτέ;
Τι πάει να πει να βρίσκεις τον εαυτό σου σε άγνωστα μέρη που δεν έχεις πάει
κι ούτε θα πας;

Τι πάει να πει να σε καταλαβαίνουν ελάχιστοι άνθρωποι, και μάλιστα αναπάντεχοι;
Τι πάει να πει να πονάνε τα πόδια σου
αλλά να συνεχίζεις για να φτάσεις στην τελική γραμμή;
Κατάλαβες ποτέ κάτι από τα ερωτήματα που έθετα;

Ήταν εκεί και ανακουφιζόμουν. Είχα ένα λόγο να νιώθω.
Καταλαβαίνεις για ποιον μιλάω; Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό;
Α, ξέχασα δε μιλάμε. Γι' αυτό δεν ξέρεις, σωστά.
Εγώ λοιπόν δεν πρόκειται να μιλήσω ποτέ ξανά.
Θα χαμογελάω τα πρωινά της Δευτέρας μόνο από πείσμα και έχοντας τίποτα να χάσω.
Θα ζω στη συνήθεια και θα τρομάζω κάθε φορά
που θα έρχεται τόσο γρήγορα η Παρασκευή.
Στη συνήθεια..


Θυμάσαι που πάντα έφευγες; Ήξερες ότι θα σε ξαναφωνάξω και απλά έφευγες.
Σαν τους τραγουδιστές, που φεύγουν από τη σκηνή γνωρίζοντας ότι σε λίγα δευτερόλεπτα
θα είναι ξανά εδώ.
Γιατί το κάνουν αυτό; Γιατί είναι τόσο σίγουροι ότι θα τους ξαναφωνάξουν;
Υπάρχει μια εκδοχή που λέει ότι όταν ξεκινάνε την καριέρα τους,
αυτό γίνεται στα αλήθεια τυχαία.
Ο εκάστοτε τραγουδιστής φεύγει, μη γνωρίζοντας ότι έχει αγαπηθεί από το κοινό,
και απλά αρχίζουν να ζητάνε "κι άλλο".
Μετά από εκείνη την πρώτη φορά, το "έθιμο" κατοχυρώνεται.
Εγώ δεν είμαι αυτής της άποψης.
Εγώ πιστεύω ότι όλοι όσοι το κάνουν, ψάχνουν μια επιβεβαίωση.
Θέλουν να νιώσουν ότι είναι αρεστοί, ότι το κοινό δεν τους χόρτασε.
Όλοι μας δεν ζητάμε επιβεβαίωση;
Στους ανθρώπους μας, στους φίλους μας, στην οικογένεια μας;
Έτσι είμαστε και εμείς. Φεύγουμε απ' την σκηνή,
σιγοτραγουδώντας ήδη το επόμενο τραγούδι.
Θα' ρθει όμως η μέρα που κανείς δε θα μας φωνάξει πίσω.
Και η προσωρινή αποχώρηση από τη σκηνή θα γίνει μόνιμη χωρίς να το καταλάβεις.
Θα φύγεις από τη σκηνή με το χαμόγελο "θα τα ξαναπούμε"
και καταλήγεις στα καμαρίνια με δάκρυα, μη γνωρίζοντας από πού προήλθαν.

Ξεκαθάρισε στο μυαλό σου πότε πρέπει να αποχωρήσεις.
Ή πότε πρέπει να μείνεις "για ένα ακόμα τραγούδι"...

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Αυτό ήταν, μ' ακούς;

ΤΟΣΕΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ, ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΒΓΗΚΑΝ ΜΕ ΕΚΡΗΞΗ.
Αυτό ήταν. Πόσο καιρό πάλευα;
Αυτό ήταν. "Μέχρι να το σιχαθεί η ψυχή μου και να φύγω" 2 χρόνια μετά. Who cares?
Αυτό ήταν. Θα αντέξω. Θα' ναι εύκολο. Θα αναπνεύσω. Θα πετάξω. Και όλα αυτά μαζί.

Ήρθε η στιγμή που σε κοίταζα στα μάτια και το μόνο που έβλεπα ήταν ένα κενό, που πόναγε πολύ, στο οποίο έπεσα, και γέμισα πληγές και αίματα. Τα μάτια σου μου θύμιζαν όλες τις στιγμές αγανάκτησης που πάλευα να καταπνίξω. Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Μα όχι, αυτό δεν ήταν το πρώτο ποτήρι. Υπήρξαν κι άλλα, που ξεχείλισαν με τις σταγόνες σου, αλλά εγώ το μόνο που έκανα ήταν να βάζω το ποτήρι στα άπλυτα και να συνεχίζω με το επόμενο. Άλλα ξέρεις κάτι; ΤΑ ΠΟΤΗΡΙΑ ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ. Δεν υπάρχουν άλλα ποτήρια. Τα έσπασα όλα και τα κατάπια. Ένιωσα καλύτερα από πολλές στιγμές που κάτι πήγαινε λάθος - εσύ.

Με σένα πήρε η μπάλα κι άλλους. Η σωστή λέξη είναι η "α φ ο ρ μ ή". Βρήκα την αφορμή ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ. Το έβαλα στόχο και ο εγωισμός μου δε θα μ' αφήσει να γυρίσω. Δεν έπρεπε να είμαι εκεί. Και με κατηγορώ για όλες εκείνες τις στιγμές που ένιωσα ένα. Με κατηγορώ και με κατακρίνω. Μ' ΑΚΟΥΣ; ΜΕ ΚΑΤΑΚΡΙΝΩ. Ναι, το κάνω. Μόνο σε μένα. ΓΑΜΩ.

Θα μου πεις: "ξεσκαρτάρισμα". Θα σου πω: "εγώ δεν είμαι έτσι". Όταν κάτι δεν πάει καλά δεν ξεσκαρτάρω, αλλάζω. Όταν κάποιος δεν λέει να καταλάβει δεν τον διώχνω, τον συμβουλεύω. Όταν κάποιος κάνει μαλακία ΔΕΝ ΤΟΝ ΚΡΙΝΩ, ΤΟΝ ΑΠΟΔΕΧΟΜΑΙ, ΑΚΟΥΣ; Το ξεσκαρτάρισμα αν αρχίσει, δεν θα τελειώσει ποτέ. Απλά μια ρύθμιση. Απλά μια ταξινόμιση. Από τους πιο νορμαλ, έμπιστους - στους πιο ΣΚΑΡΤΟΥΣ.

Πλέον μπαίνει στο επίκεντρο κάποιος που τον είχα ξεχάσει κάπου στο σκοτάδι, εγώ. Τη μισώ τη λέξη "εγώ". Κι όμως είμαι εγώ για μένα και εσύ για σένα. ΜΑΚΡΙΑ. Καμία επαφή. Δύσκολο. Σχεδόν ακατόρθωτο. Από τις λίγες φορές που εγώ η ίδια πιστεύω σε μένα και δεν πιστεύουν οι άλλοι. Ας μπουν στο προσκήνιο ξεχασμένα πρόσωπα που κάτι έχουν ακόμα να προσφέρουν, γιατί από τους άλλους χορτάσαμε. Δεν είναι μίσος. Είναι καθαρά ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ. Σκατά, σκατά, σκατά.

Υπόσχομαι στον εαυτό μου. Μέχρι το τέλος. Εκεί.




Υ.Γ. το μόνο που λείπει είναι ένα ξέσπασμα.

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

loading...

loading...  loading... loading... καιρό τώρα.
Όλα μια αναμονή.
Αναμονή στο μετρό, στις ουρές, στις ματιές, στα λόγια, στις υποσχέσεις, στα βλέμματα καλοσύνης, αδιαφορίας, στους φίλους που ποτέ δεν έρχονται, στον άνθρωπο που τον χρειάζεσαι κι ας μη τον ξέρεις, στα ξεσπάσματα, στα τηλέφωνα, στα μηνύματα, στις συναντήσεις, στα όνειρα, στους κρύους διαδρόμους, στα καλύτερα που έρχονται, στο γνωστό παγκάκι. Μια συνεχής αναμονή που το τέλος δεν διακρίνεται στον ορίζοντα. Πώς λοιπόν θα βρείς κίνητρο να συνεχίσεις να περιμένεις αν δεν βλέπεις καν το τέλος; Θα' πρεπε η ζωή μας να είναι μια αναμονή για "κάτι καλύτερο"; Εννοείται πως όλοι περιμένουμε μια εξέλιξη.. αλλά είναι δυνατόν να ζούμε "περιμένοντας"; Μαρτύριο...

Κάπου διάβασα τη φράση: "Όλοι είμαστε κάπου εκεί έξω και περιμένουμε να συμβούμε."
Αυτό είναι. Περιμένουμε. Αντί να βγούμε να μας ψάξουμε, απλά περιμένουμε να συμβούμε. Δεν υπάρχει αύριο. Το αύριο γίνεται τόσο γρήγορα σήμερα που δεν το θεωρούμε πια έννοια. "Θα το κάνω αύριο", "αύριο θα είναι καλύτερα", "αύριο θα το σκεφτώ", "θα αποφασίσω αύριο".
Πόσα "αύριο" τα πέρασες για "σήμερα" και τα θυσίασες στο "χθες";

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Αναπόφευκτα... εσύ

Ε, ναι λοιπόν, είμαι από εκείνα τα άτομα που προτιμούν να μένουν στάσιμα στην ασφάλεια και στη σιγουριά, παρά να εξελίσσονται και να ζουν μια ζωή μέσα στο άγχος. Είμαι από εκείνα τα άτομα που δεν θα πιστέψω ποτέ στον εαυτό μου και όχι, δεν θα σε ακούσω που μου λες ότι αξίζω κάτι καλύτερο. Δεν θα σε προσέξω αν δεν έχεις κάτι σημαντικό να μου πεις ή αν το περιεχόμενο αυτών που λες δεν με ενδιαφέρει. Είμαι από εκείνα τα άτομα που θα προβληματιστώ και θα μπερδευτώ όσο δεν πάει, και κάθε μέρα, κάθε στιγμή, θα σκέφτομαι τις πτυχές που έχει ο χαρακτήρας σου. Θα προσπαθώ να μαντέψω τι σκέφτεσαι σε κάθε φάση της ζωής σου. Θα σε ακούω προσεκτικά, όχι για να καταλάβω τι λες, αλλά για να προσέξω εξονυχιστικά κάθε έκφραση σου. Γιατί το μίσος των άλλων σε μένα χτυπάει σαν καμπανάκι για να σε μάθω όσο καλύτερα μπορώ. Και όχι, δεν θα μου αλλάξεις το μυαλό, δεν θα μπεις μέσα σ' αυτό. Και στο κάτω κάτω είμαι από εκείνα τα άτομα που δεν ξέρουν τι θέλουν. Δεν ξέρουν αν θέλουν να τρέξουν 100% μέχρι τη σέντρα ή να γυρίσουν πίσω βήματα. Δεν ξέρουν αν θέλουν να τελειώσουν τη φάση με lay up στο καλάθι ή να δώσουν την τέλεια assist. Δεν ξέρουν αν θέλουν να δώσουν στο τέλος το χέρι στον αντίπαλο ή να τρέξουν εκνευρισμένοι στα αποδυτήρια. Εγώ λοιπόν εκνευρίζομαι που δεν μπορώ να εκνευριστώ αρκετά μαζί σου, όσο θα' πρεπε. Όσο κάνουν οι άλλοι. Και μπορεί αυτή η ανάρτηση να μην ξεκίνησε για σένα, αλλά σε κάθε φάση της ζωής μου το μυαλό μου πάντα γυρνάει σε ένα άτομο. Και δεν ξέρω αν χαίρομαι που προς το παρόν αυτό το άτομο είσαι εσύ.

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

δε θέλω αναλύσεις - μην ψάχνετε για λύσεις

Έχω σκιστεί σε πολλά μικρά κομμάτια από τα οποία λείπει η έμπνευση - από όλα. Βασικό. Γιαυτό λοιπόν αν το αποτέλεσμα αυτής της ανάρτησης δεν είναι ικανοποιητικό, ρίξτε τα σε ένα από αυτά. Ας παρεξηγηθούν. Σάμπως δε θα μου ξαναμιλήσουν; Με χρειάζονται.

Τα πολλά μικρά κομμάτια από τα οποία αποτελούμαι δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Το ένα κομμάτι μου έλεγε προχθές: "Δεν γίνεται να αφήνεις τις ανασφάλειες σου να σε καθηλώνουν με κάποια άτομα μια ολόκληρη ζωή. Έχεις κάποια πράγματα να ζήσεις, έχεις στόχους να εκπληρώσεις, έχεις υποσχέσεις να χαλάσεις και να φτιάξεις καινούργιες που θα βάζεις εσύ τους όρους. Τι δουλειά έχεις εδώ μ' αυτούς;" Ένα άλλο κομμάτι μου έλεγε: "Συνήθεια είναι όλα σου λέω. Πίστεψέ με. Θα το επεξεγραστείς μια, θα το επεξεργαστείς δύο την τρίτη θα πεις "δε γαμιέται" και θα το αφήσεις απλά να συμβαίνει. Δε θα δώσεις καν σημασία γιατί δε θα σε ενδιαφέρει. Θα έχεις πολύ καλύτερα πράγματα να κάνεις. Μέχρι τότε όμως, μικρή, κοίτα να συμμορφωθείς και να βάλεις τη μάσκα που έχει ξεμείνει στο ντουλάπι από την τελευταία φορά." Ένα τρίτο ακούει και μου λέει: " Μην είσαι χαζή, έχεις τόσα πράγματα να κοιτάξεις. Έχεις να φτιάξεις το μέλλον σου, έχεις να μορφωθείς, έχεις να τα δώσεις όλα σε μια ομάδα, έχεις οργανώσεις την παραμικρή λεπτομέρεια, έχεις να γίνεις "κάτι" γιατί το "τίποτα" μόνο να πνίξει νοιάζεται." Κάποια στιγμή άρχισαν να μιλάνε όλα μαζί και το μόνο που καταλάβαινα ήταν σκόρπιες λέξεις εδώ και εκεί:

"φιλία, μαθήματα, εξετάσεις, μάσκα, συνήθεια, άμυνα, ευάλωτη, όνειρο, mood, εμπιστοσύνη, φροντιστήριο, συναισθήματα, ζωή, τηρήσεις, αμελείς, βροχές, οικογένεια, Εν λευκώ, δοκίμασε, προσπάθησε, φωτογραφία, τεχνολογική, καθρέφτες, κάγκελα, γυμνάσιο, ξέχνα, συγκεντρώσου, μη χαλαρώνεις, μείνε, κορυφή, διάνυσμα, σιγά, μπα, δε νομίζω, νεύρα, αναποφάσιστη, ικανή, σταμάτα, ξεκίνα, Οκτώβρης, εξηγήσεις, χάνω, πρωτάθλημα, πιο δυνατά, δυναμική, εξωστρεφής, ηλίθια."

Το μυαλό μου έσκασε και τα μικρότερα κομμάτια άρχισαν και αυτά να μου δίνουν συμβουλές.
Δεν άντεξα, δε θα αντέξω.
ΣΤΟΠ ΓΙΑ ΛΊΓΟ.

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

Προσεχώς: Καταθληπτικός Χειμώνας

Πολύ κράτησε φέτος το καλοκαίρι. Δεν μ' άρεσε. Το βαρέθηκα. Τα' παμε καλοκαίρι. Θα σε ξαναδώ του χρόνου, ελπίζω πιο ανανεωμένο και λιγότερο μίζερο.

Ξύπνησα, κοίταξα από το παράθυρο και ο ουρανός ήταν σκοτεινιασμένος. Έκανα στο μυαλό μου έναν παραλληλισμό για τον ουρανό και την καρδιά μου, χαμογέλασα και άνοιξα τα παντζούρια. Κρύος αέρας διαπέρασε το σώμα μου και στο μυαλό μου ήρθαν όλες οι καλές στιγμές από τους Χειμώνες που έχω περάσει. Μου ήρθαν βραδιές περιμένοντάς σε με φούτερ και κασκόλ, και αγκαλιές για να γίνει το κρύο πιο υποφερτό. Πρωινά Κυριακής με φίλους και ζεστό καφέ. Φόρμες και μπουφάν πάνω από τα σορτσάκια και αναμονή έξω από το γήπεδο να αρχίσει ο αγώνας. Λαϊκά παλιά τραγούδια που τα ξέρω όλα απ' έξω -αλλά δεν θυμάμαι πώς τα έμαθα- και τον πατέρα μου με μια κιθάρα στα χέρια και αγαπημένα πρόσωπα γύρω του να παίζει και να τραγουδάει με την ψυχή του. Φωτογραφίες της παιδικής μου ηλικίας -οι γονείς μου ήρωες στα μάτια μου. Παιχνίδια και φίλοι και γιορτές. Γέλια με άτομα που έχουν ξεχαστεί αρκετά χιλιόμετρα μακριά από εδώ. Σοκάκια που περπατούσα, θέα που έβλεπα και έναν ουρανό που τότε δε μου ήταν αρκετός. Ιδανικοί Χειμώνες που όταν τους ζούσα περίμενα τους επόμενους. Άλλος ένας έρχεται. Άλλα δεδομένα. Κάποιος θα λείπει. Μπορεί να αναπληρωθεί -μπορεί και όχι. Κάποια στιγμή θα συνέβαινε και αυτό.

Στο χειμώνα, στα φούτερ, στη μυρωδιά του ζεστού καφέ, σε αυτούς που φεύγουν και σε αυτούς που έρχονται.


Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Μια ακόμα φορά.

Δεν μπορεί να είναι δύσκολο. Δεν πρέπει να είναι δύσκολο. Το μειονέκτημα μπορεί να γίνει πλεονέκτημα με κάποιους λεπτούς χειρισμούς. Δεν είναι δα και η πρώτη φορά που μου ζητείται κάτι τέτοιο. Δεν είναι -ευτυχώς- και η πρώτη φορά που κάποιος πιστεύει σε μένα. Τελικά η "εμπειρία" μου πάνω στο θέμα μου ψιθύρισε διστακτικά ότι δεν είναι μέχρι "να πάρεις την απόφαση". Είναι μικρές καθημερινές αποφάσεις που πρέπει να παίρνονται για να καταφέρεις να πετύχεις. Υποκειμενικό το "πετύχεις". Σημαίνει κάτι διαφορετικό για τον καθένα. Και θα μου πεις "δεν είσαι η μόνη". Θα το εμπεδώσω, θα ανακουφιστώ και θα αγχωθώ παράλληλα για κάτι διαφορετικό. Για το μετά. "Τι σημασία έχει τώρα το μετά;" θα μου πει το άλλο μισό του εαυτού μου. Και θα έχει δίκιο αλλά ο εγκέφαλός μου δε λέει να καταλάβει. Εγώ παθιάζομαι μα το ερώτημα είναι ένα. Οι άλλοι μπορεί να περιμένουν πολλά από εμένα. Τι περιμένω όμως εγώ από τον εαυτό μου;

Λες να τα ζω όλα από την αρχή; Όχι πάλι. Υπομονή, επιμονή. 1 χρόνος, 1 στόχος. Θα τα καταφέρω. Για μένα; Μπα, όχι αυτή τη φορά, αλλά θα τα καταφέρω.

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

Το κελί

Περνάνε οι στιγμές μπροστά μου αστραπιαία, όχι σαν εικόνες, αλλά σα γραμμές. Πολλές γραμμές που μετά από κάποιο σημείο σε ζαλίζουν. Σαν τα φώτα που έβλεπα το καλοκαίρι μου από το μπαλκόνι, που δεν καταλάβαινα αν βυθίζονται μέσα στη θάλασσα, ή αν απλά "ακουμπούν" πάνω της. Αυτά τα όμορφα φώτα σχηματίζουν γραμμές και μου κόβουν τα μάτια. Ενώνονται μεταξύ τους και σκάνε εικονικά πυροτεχνήματα. Όσο διαρκεί το φως τους προλαβαίνω να ζήσω μερικές από αυτές. Επιλεκτικά. Μια μέρα βασανιστικής σιωπής, ένα βράδυ ξαφνικής έμπνευσης, μια άλλη μέρα επανένωσης και έκπληξης, ένα λεπτό προσωρινής ευτυχίας, μερικά δευτερόλεπτα απόλυτου κενού. Οι γραμμές, με τον τρόπο που πλέον εντυπώνονται στα μάτια και στο μυαλό μου, έχουν καταλήξει να γίνουν μια φυλακή. Θα μου πεις, μια φυλακή που εγώ την έχω διαλέξει, τα κάγκελα της δε μου χρησίμευσαν ποτέ. Δε θα έφευγα. Δεν είναι ότι δεν ήξερα τον τρόπο για να φύγω, είναι ότι δεν είχα τη δύναμη να κουνηθώ. Τα κάγκελα ήταν εκεί για τα μάτια του κόσμου, μα είχα το κλειδί για την σιδερένια πόρτα. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν είχα τη δύναμη να φτάσω μέχρι εκεί -μερικά μέτρα πιο μακριά δηλαδή. Έτσι έμενα και μένω, έχοντας τα κάγκελα ως δικαιολογία. Το μοναχικό μου κελί κάνει τις γραμμές να περνάνε πιο γρήγορα και το φως το πυροτεχνημάτων να διαρκεί λιγότερο. Ουρλιαχτά ακούγονται από παντού μα εγώ πάντα βυθίζομαι στη σιωπή μου και "ξεχνιέμαι". Το μικρό παράθυρο στην πάνω δεξιά πλευρά του κελιού μου θυμίζει κάποιες φορές ότι υπάρχει ήλιος. Σπάνια, ξετρυπώνει μέσα μια ηλιαχτίδα. Εκείνες τις φορές νιώθω ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Το μυαλό μου επανέρχεται, όλα μπαίνουν στους κανονικούς τους ρυθμούς και ζω τις στιγμές όπως ακριβώς τους αρμόζει. Το κελί δεν υπάρχει καν στη μνήμη μου. Όλα είναι φωτεινά, μαζί τους κι εγώ. Μέχρι ένα σύννεφο να μπει μπροστά στον ήλιο, ή να αλλάξει η θέση του. Η ηλιαχτίδα χάνεται. Μαζί της χάνεται και το φως. Επιστρέφω στο σκοτεινό μου κελί και μαζί με μένα επιστρέφουν και οι βασανιστικές γραμμές.

Υ.Σ Το κλειδί περιμένει στην τσέπη μου υπάκουα. Πόσο επίπονη μπορεί να γίνει αυτή η διαδικασία;

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

ατέλειες παντού

Είναι κάπως τρομακτικό αυτό που μεγαλώνουμε. Όχι, δεν εννοώ που γινόμαστε από 10, 16. Εννοώ ότι το μυαλό μας αρχίζει και παίρνει άλλες στροφές, αλλιώτικες. Συνειδητοποιούμε ότι "hello, αυτός ο κόσμος γύρω μας είναι γεμάτος ατέλειες".Ίσως μια από αυτές να είμαστε και εμείς οι ίδιοι. Κι έρχεται και μια ωραία πρωία που μας πέφτει το πρώτο χαστούκι, και βρισκόμαστε σε ένα απίστευτο σοκ τρόμου και πόνου. Ο πόνος του πρώτου χαστουκιού φεύγει, ο τρόμος μετριάζεται. Τα χαστούκια αρχίζουν και γίνονται μέρος της ζωής μας. Κι εμείς πάντα εκεί, παλεύουμε και προκαλούμε για ένα ακόμα χαστούκι. Κάτι ο εγωισμός, κάτι ότι μας αρέσει να εισπράττουμε και να δίνουμε αγάπη, κάτι που το θάρρος ακόμα μας περισσεύει, είμαστε εκεί και πλησιάζουμε απειλητικά το χέρι που μας χαστουκίζει. Αυτό το χέρι...

Και όπως μεγαλώνουμε, λοιπόν, και τρώμε τα ωραία μας τα χαστούκια αρχίζουμε και χάνουμε λίγο από το θάρρος μας, χάνουμε λίγο την εμπιστοσύνη μας στους ανθρώπους -αυτή την περιβόητη- αλλά το απόθεμα της αγάπης μέσα μας όλο και μεγαλώνει, μεγαλώνει, μεγαλώνει. Μέχρι που βρίσκουμε αυτό το άτομο που του αδειάζουμε όλο το απόθεμα. Προφανώς και πνίγεται, με αποτέλεσμα; Άλλο ένα χαστούκι!

Το απόθεμα της αγάπης που έχουμε να δώσουμε ποτέ δε στερεύει και μαζί του δε στερεύουν και τα χαστούκια. Υπάρχει όμως αυτή η μαγική πίστη που έχουμε στη ζωή και πάντα θα παλεύουμε, θα αντέχουμε κάθε χαστούκι, θα αγαπάμε από την αρχή και θα μαθαίνουμε από τα προηγούμενα λάθη. Θα υπάρξουν πολλά, θα ήταν αφύσικο να μην υπάρξουν. Εμείς καθορίζουμε πόσα χαστούκια θα δεχτούμε, πόσο θα τα αφήσουμε να μας επηρεάσουν, πώς και σε ποιους θα μοιράσουμε το απόθεμά μας.


p.s Χαστούκια, φιλιά και αστέρια. Αυτά πρέπει να πέφτουν.

Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

λίγο απ' όλα και κάτι παραπάνω

Μάτια παντού, με καθηλώνουν, με ανησυχούν, με μαγεύουν και με υπνωτίζουν. Άλλα με σκοτώνουν και άλλα τα σκοτώνω εγώ. Σε δύο λεπτά θα ξεράσω και σε τρία θα βάλω τα κλάματα γιατί αυτοί οι τέσσερις τοίχοι δε με αντέχουν και δεν τους αντέχω. Και μπορεί να τους αποχωρίζομαι αλλά δε παύω να τους βλέπω περισσότερο από όσο μπορώ και λιγότερο από όσο μπορούν εκείνοι. Τρέχω, τρέχω, τρέχω και όλα τα χαλάω την τελευταία στιγμή, όπως πάντα. Θα κοιτάξω τα πόδια μου να τα δω που αλλάζουν και θα προσπεράσω την εικόνα του αίματος στα παπούτσια μου. Αλλάζω, μένω ίδια και πολλά ακόμη ψυχωτικά πράγματα. Η "εύκολα προσαρμοζόμενη" σταμάτησε να επεξεργάζεται νέα δεδομένα γιατί έρχονται πολλά μαζί και θα αρχίσει να φτύνει μάτια και συμπεριφορές- μια δεν την ξέρετε. Μέχρι και τα τραγούδια Της πια δεν έχουν νόημα- όσο είχαν- και βγάζω άλλα δικά μου χωρίς ομοιοκαταληξία για να καλύψω το κενό.

"Προσδεθείτε. Σε 34.545.764 λεπτά φτάνουμε στον προορισμό μας. Μη βγάλετε τα γυαλιά σας και μην κοιτάτε το χαώδες γκρι πράγμα έξω από τον παράθυρο. Μην ξεράσετε πουθενά και μην ακουμπήσετε κανέναν. Μη φοβάστε το σκοτάδι, αφού κουνάει την ουρά του είναι φιλικό. Αν σας δαγκώσει το χέρι μείνετε ακίνητοι. Μην αναπνέετε μέχρι να επιβεβαιώσουμε ότι είστε όλοι ίδιοι. Σε 52 τέταρτα θα κάνουμε στάση σε ένα σύννεφο. Θα διαρκέσει όσο μια αστραπή. Έχετε 4 δευτερόλεπτα να κατεβείτε όσοι αλλάξατε γνώμη. 4, 3, 2, 1. Πάλι εσύ έμεινες; Δε βάζεις μυαλό τελικά. Άντε μπορείς να καπνίσεις, αλλά μη τριγυρνάς στο μυαλό κανενός μετά τις 10. Μην τρως, πίνε νερό με ζάχαρη και αλάτι για να αναπληρώσεις τους ηλεκτρολύτες. Καλό ταξίδι, μη σώσεις και επιβιώσεις. Καληνύχτα, όνειρα γλυκά σαν τη ζάχαρη στο νερό σου.
"

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

καλο[καίρι]...

Απρόσμενα τριήμερα, λιώσιμο στο κτελ, ζέστες, κιθάρες και τραγούδια γνώριμα, ρακέτες με τις ώρες, ξαφνικές βουτιές στη θάλασσα τα χαράματα, ύπνος στο καναπέ, ξαπλώστρες, καφέδες, λάδια με προστασία, φωτογραφίες τρελές, ποτά σε μπουκάλια, ποτά σε ποτήρια, σφηνάκια, εξηγήσεις σκόρπιες εδώ και κει, καστράκι και ταξί και βόλτες στην πόλη μέχρι το πρωί, ελευθερία.

Άδεια Αθήνα, παρέες με άτομα απρόσμενα που αποδείχθηκαν ακριβώς αυτό που έπρεπε, ίντερνετ, φεισμπουκ λιώσιμο, αιρ κοντισιον, βιβλία που δεν έμαθα ποτέ το τέλος τους, ηρεμία.

Επίσημες διακοπές, μπάνια κάθε μέρα, χαμομήλι στα μαλλιά, φαΐ-πολύ φαΐ, μπύρες, πορτοκαλάδες, καφέδες με εβαπορέ, αποχή από το φεισμπουκ, γυμναστική, μπασκέτες, καρφώματα, μελωδία και δίεση όλη μέρα, ξαφνικές αποφάσεις για βόλτα στη θάλασσα, ατέλειωτες διαδρομές με το αμάξι-μέχρι το πρωί, μηνύματα που δεν περιμένεις από ανθρώπους που τους νομίζεις "ξένους" πια, αν και τους ξέρεις καλά, δάκρυα χαράς και συγκίνησης, ιστορίες από παλιά, κοιτάγματα στα μάτια, σιγουριά.

Μπορεί να μη το έζησα μέχρι το τελευταίο ηλιοβασίλεμα, αλλά το χόρτασα αρκετά. Πήρα αυτά που χρειαζόμουν. Τώρα η ελευθερία, η ηρεμία και η σιγουριά μάλλον θα χαθούν, ή ίσως δε θα υπάρχουν συχνά. Τώρα η απόφαση να τρέξω με πλησιάζει απειλητικά και μένει μόνο ένα νεύμα του κεφαλιού, μια κουβέντα, για να παρθεί. Για να δούμε..



"Κλείνω τα μάτια και η θάλασσα είναι άδεια, τα καλοκαίρια μόνο ήξερα να ζωΤόσα φιλιά, τόσα νησιά, τόσα καράβια, πού είναι τώρα που τα θέλω να πιαστώ;"

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

ήταν ευτυχισμένη

Και μένει μόνη στην πόλη που λάτρεψε να μετράει αστέρια στον αυγουστιάτικο ουρανό.

Γύρισαν από τη δεξίωση και έτρεξε κατευθείαν στο δωμάτιο να ξεντυθεί. "Αμάν πια με τα στενά ρούχα και τα παπούτσια." Κάθε φορά το ίδιο έλεγε. Γιατί να μη διαλέξει κάτι πιο άνετο. Επειδή έπρεπε να είναι κομψή. Ο,τι και αν της κόστιζε αυτό. Έπρεπε να σταθεί στο ύψος της σαν "γυναίκα του άντρα της". Βαρύς ρόλος. Βαρύς και ανούσιος. Κάθε φορά. Πιο όμορφη από όλες. Το ψεύτικο χαμόγελο εφάρμοσε τέλεια στο πρόσωπό της που έλαμπε λόγω πρόσθετων καλλυντικών. Όλα πάνω της στην τρίχα. Ήταν πανέμορφη για όλους, εκτός από αυτόν. Όχι ότι δεν την έβρισκε όμορφη αλλά ποτέ δεν έδινε αρκετή σημασία σε εκείνη. Γιατί δεν τον ένοιαζε αν αυτός θα ενέκρινε την εμφάνισή της, αλλά οι υπόλοιποι.

Άνοιξε τα μάτια της στις 3.30 τα χαράματα. Νόμιζε ότι είχε ξημερώσει. Κοίταξε το ρολόι και απογοητεύτηκε. Ήξερε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ξανακοιμηθεί. Κατέβηκε την ξύλινη σκάλα και βρέθηκε στο μεγάλης πολυτελείας σαλόνι τους. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βγήκε έξω. Το φως του φεγγαριού καθρεφτιζόταν τόσο όμορφα στην πισίνα. Θα ήθελε τόσο πολύ να πάει να ξαπλώσει πάνω στο γκαζόν. Αλλά ήξερε πως αυτό δεν επιτρεπόταν. Ο κανόνας ήταν σαφής. Κανόνες. Παντού κανόνες. Δεν έπρεπε να ξαπλώσει στο γκαζόν δεν έπρεπε να βουτήξει όποτε της κατέβει με τα ρούχα στην πισίνα, δεν έπρεπε να βάλει άνετα παπούτσια στην εκδήλωση, δεν έπρεπε να είναι 4 η ώρα στην αυλή, δεν έπρεπε να μετρήσει τα αστέρια. Κι όμως είχε τόσο όμορφο ουρανό.. Δεν έπρεπε να κάνει πράγματα τα οποία θα συνέθεταν την ιδανική ζωή για εκείνη. Αποφάσεις αυθόρμητες, κανόνες στα σκουπίδια.

- Τι κάνεις τέτοια ώρα έξω μόνη σου; Τρελάθηκες; Έλα μέσα μη σε δουν και σε περάσουν για τρελή, είπε και ανέβηκε πάνω να συνεχίσει τον ύπνο του.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς να πάρει τίποτα μαζί της, άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Άφησε τον άντρα της να συνεχίσει τον ύπνο του, να ξυπνήσει το πρωί, να πάει στη δουλειά και να απολαύσει τη σιχαμερή του ρουτίνα που τόσο του ταίριαζε και τον ικανοποιούσε.

Πήγε στην πόλη της. Σε 4 ώρες είχε φτάσει. Περπατούσε ανάμεσα στον κόσμο χαμογελώντας. Έκανε ο,τι της ερχόταν στο κεφάλι το οποίο ήταν ικανό να σπάσει κάποιο κανόνα. Οι άνθρωποι σίγουρα την περνούσαν για τρελή αλλά ήταν ευτυχισμένη. Το βράδυ έφτασε και τη βρήκε στην παραλία να μετράει αστέρια περιμένοντας να βρει το δικό της -το πιο φωτεινό.


Και μένει μόνη στην πόλη που λάτρεψε να μετράει αστέρια στον αυγουστιάτικο ουρανό.

Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

Παγωμένα Δευτερόλεπτα

Είναι αυτά τα παγωμένα δευτερόλεπτα που είσαι στις κυλιόμενες και ακούς τον ήχο από το τρένο. Ενώ πρέπει να τρέξεις, να προλάβεις, να φτάσεις στον προορισμό σου, εσύ στέκεσαι εκεί -παγωμένος- λες και κάτι έχει καθηλώσει τα πόδια σου εκεί και δε σ' αφήνει να κουνήσεις ρούπι.

Η ζωή σου λοιπόν "φίλε μου", είναι μια διαδρομή στο μετρό. Κατεβαίνεις τις σκάλες μέχρι να ακούσεις τον ήχο του τρένου. Εκεί η απόφαση είναι δική σου. Είτε θα τρέξεις, είτε θα παραμείνεις εκεί. Το θέμα είναι πόσα τρένα αντέχεις να χάσεις; [...]

Με το που μπεις στο βαγόνι σου, τα πράγματα είναι απλά. Ή θα καθίσεις κάτω, ασφαλής, περιμένοντας καρτερικά να φτάσεις στον προορισμό σου, ή θα μείνεις όρθιος, παλεύοντας να μη χάσεις την ισορροπία σου στα απότομα φρεναρίσματα. Αφήνεται στη κρίση σου ποιος από τους δύο τρόπους είναι πιο συναρπαστικός.

Όσο περισσότερο αντέξεις μέσα στο τρένο, τόσο το καλύτερο για σένα. Όταν φτάσεις πρόσεχε. Πάρε το σωστό δρόμο να ανέβεις προς την έξοδο. Ακολούθησε το σωστό διάδρομο. Χρησιμοποίησε τις κυλιόμενες, ή τις κανονικές σκάλες. Καμιά φορά οι κυλιόμενες είναι χαλασμένες, έτσι κάνουν πιο εύκολη την απόφασή σου. Βγές στον αέρα ή στην άπνοια, στο σκοτάδι ή στο φως..
Δεν είναι στο χέρι σου αυτό; Κάνεις μεγάλο λάθος "φίλε" μου.

Το τρένο μου ήρθε για δεύτερη φορά. Λέω να τρέξω...

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Ο Πέτρος

Ανοίγει τα μάτια και κοιτάζει γύρω του. Οι εικόνες είναι διακεκομμένες η μια από την άλλη. Δεν κοιμάται, απλά είναι δύσκολο να τα κρατήσει ανοιχτά. Δεν θυμάται ακριβώς που είναι, θυμάται πώς νιώθει, πόσο ευτυχισμένος είναι, και πως η ζωή του μοιάζει ιδανική. Ιδανική μέχρι να σταματήσει να είναι υπό την επήρεια. Μέχρι η μέθη να αποτελεί παρελθόν. Μέθη, ανάλαφρη λέξη. Αυτοί με τους οποίους συναναστρεφόταν το ονόμαζαν "μαστούρα".
Τον ήξεραν. Ήξεραν ότι ο Πέτρος θα πληρώσει αδρά για λίγο ακόμα, κι άλλο λίγο. Μέχρι να τον καταπιεί ο ίδιος του ο εαυτός και να τον ξεράσει σε κάποιο απόμερο σοκάκι.


 Από μικρός φαινόταν διαφορετικός. Η δυσλεξία του δεν του επέτρεπε να ανήκει στην παρέα των "έξυπνων". Η εμφάνισή του δεν τον άφηνε να ενταχθεί στους "ωραίους". Το λέγειν και ο τσαμπουκάς του τον απομάκρυναν από τα "ήσυχα" παιδιά. Έτσι, λοιπόν, του έμενε ένας και μόνος δρόμος...

Η παρέα με τους "μάγκες"- τους αλήτες. Φαινομενικά πάντα. Δεν ήθελε να υποταχθεί σε κανέναν, δεν ήθελε να ανήκει πουθενά, αλλά η μοναξιά ήταν σκληρή στην ηλικία του. Έτσι μπήκε δειλά σε αυτόν τον δρόμο. Ένας δρόμος που δεν πήγαινε ευθεία. Δεν προχωρούσε όπως οι υπόλοιποι. Ήταν κατηφορικός. Όσο περνούσαν τα χρόνια αντί να προχωράει και να ανεβαίνει, τόσο διείσδυε σε έναν κόσμο άσχημο, άδικο, επικίνδυνο και άχρωμο. Τον κόσμο των ναρκωτικών.

Ξεκίνησε τη χρήση στα 16 του από αντίδραση. Από την ανάγκη να κοιτάξει τον ουρανό και να φωνάξει "Ε ψηλέ! Δε σε φοβάμαι!". Κι ούτε τον φοβήθηκε ποτέ γιατί αγνοούσε την παρουσία του. Όχι ότι ο ψηλός βοηθούσε τον Πέτρο να πιστέψει στην παρουσία Του. Λες και τον ξέχασε, τον πέταξε στη γη, σε ανθρώπους που δεν μπορούν να ονομαστούν γονείς, και τον άφησε στην μοίρα του. Μπορεί να έκανε ένα πείραμα για να δει τι θα έκαναν οι άνθρωποι χωρίς Αυτόν. Μπορεί τελικά ποτέ να μη βοήθησε κανέναν. Μπορεί ο καθένας μέσα του να πρεσβεύει μια αντίληψη και να πράττει ανάλογα.. νομίζοντας ότι όλα τα κάνει Αυτός. Μπορεί να μην υπάρχει καν. Το θέμα είναι ότι ο Πέτρος πάνω σε μια στιγμή αντίδρασης, αγανάκτησης και αδυναμίας κατέστρεψε τη ζωή του. Πήρε ένα μαχαίρι και έσκισε τη σάρκα του, κι ας νόμιζε πως απλά κάνει την πλάκα του για να αποδείξει κάτι -που δεν ήξερε τι- σε κάποιον -που δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του.

Χωρίς να το ξέρει, χωρίς να το θέλει...

Αυτό ήταν. Η αντίδραση έγινε συνήθεια, η συνήθεια έγινε εθισμός κι ο εθισμός έγινε το μαχαίρι..
Ο Πέτρος ζούσε "για λίγο ακόμα". "Ζούσε". Αν μπορούσε να ονομαστεί αυτό "ζωή". Το σώμα του είχε αμέτρητες ουλές από αποτυχημένα νταραβέρια μες τη νύχτα. Τα κόκαλά του φαίνονταν, δεν έτρωγε. Τα μάγουλά του είχαν εισχωρήσει τόσο βαθιά στο πρόσωπό του που ήταν σαν ζωντανός νεκρός. Ήταν βρώμικος. Είχε μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια γιατί είχε αντικαταστήσει τον ύπνο με τη χαλάρωση μετά τη χρήση. Δεν κοιμόταν. Δεν μιλούσε σε κανέναν. Δεν μπορούσε κάνεις να τον ονομάσει άνθρωπο. Οι μανάδες όταν περνούσαν από δίπλα του κρατούσαν πιο σφιχτά τα παιδιά τους γιατί φοβούνταν. Πολλές φορές τους έκλειναν και τα μάτια. Οι περαστικοί άλλαζαν δρόμο για να μην είναι δίπλα του. Οι αστυνομικοί τον συνελάμβαναν χωρίς λόγο, απλά και μόνο για την όψη του.
Ο Πέτρος ήταν ένα τίποτα και μες το τίποτα ζούσε το κάτι.

Όμως, όπως όλα στη ζωή γίνονται ξαφνικά, μια μέρα έγινε αυτό το "κάτι" που ο Πέτρος χρειαζόταν όσο τίποτα στη ζωή του. Καθώς καθόταν σε ένα απόμερο σοκάκι, ανήμπορος, ζαλισμένος και αποκομμένος από τον κόσμο πέρασε από μπροστά του μια κοπέλα. Αργοπορημένα σήκωσε τα μάτια να την κοιτάξει και τα έχασε. Όσο αποκομμένος και να ήταν δεν μπορούσε να μη γνωρίσει την Ελπίδα.

Η Ελπίδα ήταν μια κοπέλα που είχε γνωρίσει στο σχολείο. Ήταν η μόνη που του έδινε σημασία και άκουγε καμιά φορά τα προβλήματά του. Την είχε ερωτευτεί. Ήταν ακόμα ο παλιός Πέτρος. Ο "ανένταχτος". Που φώναζε στον ψηλό ότι δεν τον φοβάται, όχι τώρα που του φώναζε "φοβάμαι πολύ. Κάνε κάτι." Η Ελπίδα, λοιπόν, ήταν μια ηλιαχτίδα στη ζωή του. Μόλις την είδε η καρδιά του άρχιζε να χτυπάει πάλι κανονικά. Του θύμισε τις "ωραίες μέρες" που είχαν φύγει ανεπιστρεπτί. Ήταν μια ανάσα στη βουτιά που είχε κάνει με το κεφάλι.

Η Ελπίδα περνούσε κάθε μέρα την ίδια ώρα από το ίδιο μέρος. Ο Πέτρος ήταν πάντα εκεί, πίσω από το παγκάκι κρυμμένος και την κοίταζε. Ένιωθε λες και γιατρευόταν από αυτό που του έτρωγε τη ζωή τόσο καιρό. Ένιωθε ότι βρήκε έναν λόγο για να αντέξει λίγο ακόμα. Παρόλα αυτά η εξάρτηση του δεν τον άφηνε να απέχει τελείως. Μια μέρα αφού είχε πάρει "λίγο ακόμα" καθόταν στο παγκάκι και την περίμενε. Δεν άργησε πολύ. Ήταν εκεί μπροστά του και περνούσε το δρόμο.

Σηκώθηκε από το παγκάκι και προσπάθησε να περπατήσει. "Ελπίδα!" της φώναξε. Η Ελπίδα γύρισε και τα πράσινα μάτια της καρφώθηκαν πάνω του "Πέτρο;" "Ναι εγώ.." Ο Πέτρος είχε καιρό να νιώσει οποιοδήποτε συναίσθημα. Τα μάτια της του θύμισαν όλα αυτά που είχε ξεχάσει. Όλα αυτά που είχε αφήσει σε μια άλλη εποχή. Τον κοιτούσε με έκπληξη, χαρά, ανακούφιση, αλλά και λύπηση. Λύπηση. Πόση λύπηση είχε εισπράξει στη ζωή του... Εκείνη τη στιγμή λες και έκανε μια συμφωνία με τον εαυτό του. Να μην δεχτεί ποτέ ξανά κάποιο βλέμμα οίκτου. Η Ελπίδα έγινε, χωρίς καν να το συνειδητοποιήσει, η μόνη ελπίδα του. "Που χάθηκες; Έχεις αδυνατίσει. Δεν τρως; Που μένεις; Τι είναι αυτά τα σημάδια;" Δεν προλάβαινε καν να επεξεργάζεται τις ερωτήσεις. Υπήρξαν κάποια δευτερόλεπτα σιωπής. Ο Πέτρος άρχισε να νιώθει τις "παρενέργειες". Ήθελε απλά να φύγει. Δεν ήθελε η Ελπίδα του να τον δει σε άσχημη κατάσταση. "Μη χάνεσαι" της είπε βιαστικά. Τρέχοντας χάθηκε στο στενό. Δεν τον επηρέασαν οι φωνές της Ελπίδας. Πήγε σε μια γωνία και έκανε εμετό. Το είχε συνηθίσει. Δεν τον ενοχλούσε συνήθως. Όμως τώρα ήταν αλλιώς. Ένιωσε ότι συχαινόταν τον εαυτό του. Ήθελε να ξεχάσει κάθε τι που είχε κάνει στη ζωή του και να κοιτάζει τα πράσινα μάτια της κοπέλας που του θύμιζε πώς είναι να ζει κανείς.

Η Ελπίδα έκανε να φανεί τρεις μέρες. ο Πέτρος δεν έκανε χρήση. Υπέφερε απ' την στέρηση, αλλά ήθελε να είναι "εντάξει". Ήθελε όταν την ξαναδεί να την κοιτάξει στα μάτια χωρίς να ντρέπεται. Χωρίς να χρειαστεί να πάει σε κάποια απόμερη γωνία. Μετά από τρεις μέρες, ήταν εκεί. Με τα μαύρα γυαλιά της, περνούσε το δρόμο. Με βήμα γρήγορο. Σαν να ήθελε να πάει κάπου. Η καρδιά του Πέτρου άρχισε να χτυπάει γρήγορα. Είχε πολύ καιρό να το νιώσει. Κι όμως η Ελπίδα δεν πήγαινε κάπου. Δεν είχε κάποια δουλειά. Το γοργό της βήμα οδηγούσε σε αυτόν. "Νομίζω ότι έχουμε αφήσει κάτι στη μέση." Εκείνη τη μέρα ήταν συνέχεια μαζί. Ο Πέτρος της μίλησε. Της είπε πράγματα που δεν είχε πει σε κανέναν. Δεν της έκρυψε τίποτα. Εκείνη τον κοιτούσε πότε με συμπόνοια, πότε με έκπληξη, πότε με απελπισία και πότε με δάκρυα στα μάτια. Τις λίγες φορές που μίλησε εκείνη του είπε πράγματα που του έλεγε και τότε, στο σχολείο. Τότε που ο Πέτρος έμπαινε στο λούκι. Τότε δεν της έδινε σημασία. Τώρα όμως, που ήταν μέσα στο λούκι, τα λόγια της φάνταζαν στα αυτιά σαν πολλές διαφορετικές προκλήσεις. Την επόμενη μέρα ήταν πάλι μαζί. Και την παραεπόμενη. Ο Πέτρος περνούσε δύσκολα. Όταν ήταν μαζί της έδειχνε καλά. Πολύ καλά. Όταν έφευγε όμως... Όταν έφευγε, υπέφερε. Τα σύνδρομα στέρησης του προκαλούσαν πόνο. Πάρα πολύ πόνο. Τα βράδια του ήταν εξαντλητικά και απαίσια, σκοτεινά. Τα πρωινά του φώτιζαν. Σαν να έριχναν τα μάτια της όλο το φως του κόσμου πάνω στο πόνο του. Τόσο που μπορούσε να τον δει και να τον αντιμετωπίσει.

Ένα βράδυ ένιωθε ότι θα πεθάνει. Έτρεμε, ίδρωνε, δεν μπορούσε να κουνηθεί. Τον έπιαναν κρίσεις. Φώναζε μες στη μέση του δρόμου. Περίμενε το πρωί μήπως ξεχνιόταν ή γινόταν καλύτερα. Δεν είχε κοιμηθεί ούτε λεπτό και περίμενε την Ελπίδα του στο παγκάκι αποκαμωμένος. Φάνηκε απ' την άκρη του δρόμου. Μόλις την είδε του έφυγε ένα βάρος, αλλά ακόμα υπέφερε και δεν μπορούσε να περπατήσει. Σηκώθηκε. Η Ελπίδα πήγε να τον πλησιάσει αλλά αυτός δεν μπορούσε άλλο να σταθεί όρθιος. Τα πόδια του τον εγκατέλειπαν. Έπεσε στο δρόμο. Εκείνη έτρεξε να τον βοηθήσει. Ήταν από πάνω του και φώναζε για να τον συνεφέρει. Τότε έγινε το κακό. Τότε ο ψηλός δεν λυπήθηκε τον Πέτρο για ακόμα μια φορά. Ένας μαυροντυμένος άντρας ήρθε προς το μέρος τους. Ο Πέτρος, που στο μεταξύ συνήλθε, τον αναγνώρισε. Τραύλισε για μια στιγμή και φώναξε στην Ελπίδα "Φύγε!". Πριν προλάβει να τον ρωτήσει γιατί, η σφαίρα βρήκε στόχο. Αλλά μάλλον λάθος στόχο... Ποτάμι από αίματα έτρεχαν από την κοιλιά της Ελπίδας. Ο μαυροντυμένος έπιασε τον Πέτρο από το λαιμό και του είπε "Έχεις δύο μέρες προθεσμία. Μέχρι μεθαύριο θέλω τα λεφτά μου." Του έριξε μια κλωτσιά στην κοιλιά και έφυγε. Ο Πέτρος ήταν εκεί ανήμπορος, ακούνητος. Είχε μπροστά του νεκρή την Ελπίδα. Είχε μπροστά του "νεκρή" την ελπίδα. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ήθελε να πεθάνει. Δεν είχε λόγια. Είχε παραλύσει. Δεν καταλάβαινε. Δεν ζούσε.

Δεν ήθελε να ζει. Σηκώθηκε με δυσκολία. Σαν να τρελάθηκε. Άφησε την Ελπίδα πίσω του...

Έτρεχε στους δρόμους να βρει λεφτά να πάρει "λίγο ακόμα". Ή μάλλον αυτή τη φορά πολύ. Δανείστηκε χρήματα από κάτι παιδιά της νύχτας και μετά από μία ώρα τα είχε στα χέρια του.
Είχε στα χέρα του το "μαχαίρι" για ακόμη μία φορά.
Η διαδικασία πια γινόταν σε ελάχιστα λεπτά.
Αλλά αυτή η διαδικασία ήταν η τελευταία του...

Ανοίγει τα μάτια και κοιτάει γύρω του. Οι εικόνες είναι διακεκομμένες η μια από την άλλη. Δεν κοιμάται, απλά είναι δύσκολο να τα κρατήσει ανοιχτά. Δεν θυμάται ακριβώς που είναι, θυμάται πώς νιώθει, πόσο ευτυχισμένος είναι, και πως η ζωή του μοιάζει ιδανική.

Είναι ο Πέτρος, ο ανένταχτος.
Κλείνει τα μάτια και δεν τα ξανανοίγει ποτέ.
Πέθανε η Ελπίδα του εκείνο το βράδυ, πέθανε και εκείνος μαζί.


Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Μπαμ!

Το βρήκα. Κακή οπτική του κόσμου μου. Μπαμ!
Αυτό είναι. Τον ασχήμυνα χωρίς να το θέλω και χωρίς να το ξέρω.
Τον ασχήμυνα καιρό και το κατάλαβα τώρα.
Τα όμορφα δεν μένουν για πολύ στη μνήμη,
τα άσχημα δίνουν ζωντάνια.
Ζω μέχρι να έρθουν τα όμορφα και μετά πεθαίνω σιγά, αθόρυβα.

Πρέπει να αλλάξω τον τρόπο οπτικής μου.
Πρέπει να αλλάξω τον τρόπο οπτικής
Πρέπει να αλλάξω τον
Πρέπει να αλλάξω
Πρέπει να
Πρέπει να αλλάξω
Πρέπει να αλλάξω τον
Πρέπει να αλλάξω τον τρόπο
Πρέπει να αλλάξω τον τρόπο οπτικής
Πρέπει να αλλάξω τον τρόπο οπτικής μου.

Μπαμ!

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Απολογισμός χωρίς λογική.

Διάβασα την ανάρτησή σου και με έβαλες σε σκέψεις.
Τι να κέρδισα εγώ από το περσινό καλοκαίρι;
Ξεκινάω να φέρω στη μνήμη μου τις στιγμές του, το προσπερνώ
και πάω στο προηγούμενο.

Το περσινό καλοκαίρι δεν ήταν
τρεις μήνες με μπάνια, χορούς, γέλια - όσο κι αν αυτά υπήρχαν.
Ήταν ολόκληρο μια μεταβατική φάση.
Ήταν η φάση "αλλαγήπαρέαςκαισυνηθειών".
Ήταν η αρχή της φάσης "οπα,τιγίνεταιεδώ;", η οποία κράτησε
περίπου 6 μήνες. Έχει σχεδόν διαγραφεί από τη μνήμη μου.
Με ελάχιστες εξαιρέσεις.

Το φετινό καλοκαίρι, ήθελα πολύ να
έρθει. Απλά να μεταφερόμουν ένα χρόνο πριν, ή και δύο.
Ας πήγαινα στο καλοκαίρι του '11 και ας ξεκινούσαν όλα από
την αρχή. Έτσι, να έβλεπα τι θα γινόταν με λίγο διαφορετικούς
χειρισμούς και με τα καινούργια δεδομένα του χαρακτήρα μου.



Ελπίζω σε αυτό το καλοκαίρι. Πιστεύω σε αυτό το καλοκαίρι.

Χωρίζει δύο ΤΕΡΆΣΤΙΕΣ "εποχές". Το ερώτημα είναι να αφήσω
τα πάντα πίσω μου και να πάρω φόρα για "μπροστά" ή να συνεχίσω
έτσι και όπου με βγάλει; Μάλλον πάλι θα βρω μια μέση λύση.
Όπως πάντα...

Υ.Σ. Δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που με βάζεις σε σκέψεις. Ευχαριστώ. :)

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

(αν)άρτη(ί)ση

"Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό, θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω."
"Αυτό είμαι ο,τι κι αν κάνω, όσο αλλάζω χρόνο χάνω. Είμαι αυτό, για τόσο πάω."
"Πόσο να πιείς; Να δεις διπλά όσα και μόνα τους πονάνε."
"Κι είναι φορές που αναρωτιέμαι, πώς καταφέρνω και κρατιέμαι."
"Κι ας μην είναι σωστό, πάντα ο,τι σκεφτώ ΘΑ ΤΟ ΛΕΩ!"
"Δικαίωμα μου να ποντάρω λίγα, δικαίωμα μου να πηγαίνω πάσο."
"Άσε με να αναμετρηθώ μ' αυτά που σε πονάνε."
"Δε θέλω να μας δούνε, μισώ το μάτι τους."
"Ξέρω θα' ρθει η στιγμή και για σένα που όλοι οι δρόμοι θα βγάζουν σε μένα,
μα εγώ θα σου κρυφτώ."
"Αν σ' αγαπούν να μάθουν να το λένε, κι αν δεν στο πουν να μάθεις να το κλέβεις."
"Είχα πει πως θα αλλάξω, κι όσο αλλάζω σου μοιάζω"
...

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Το φτύσιμο των πάντων.

Νόμιζα ότι τα μασούσα και τα έφτυνα, αλλά τελικά τα κατάπινα και τα αποθήκευα όλα.
Τα αποθήκευα και έφτυνα πράγματα δικά μου. Πράγματα που χρειαζόμουν.
Άδειαζα σιγά σιγά και κάθε φορά που τα έφτυνα με κοίταζες στα μάτια
και μου έλεγες πόσο με χρειάζεσαι. Εγώ δε μιλούσα, παρά μόνο αηδίαζα.
Φόραγα το ψάθινο καπέλο μου και πήγαινα στη θάλασσα και έπαιρνα ένα
σφηνάκι να αναπληρώσω αυτά που έφτυνα αλλά πάλι μόνο αποθήκευα και αποθήκευα
και αποθήκευα ώσπου κάποια στιγμή το μυαλό και η καρδιά μου έσκασαν. Πρώτη η καρδιά.
Άφησε το μυαλό να κάνει κουμάντο. Πίκρα. Δε με αναγνώριζες ούτε κι εσύ, φαντάσου.
Και μετά έσκασε και το μυαλό. Ήταν πιο έυκολο να γεμίσει, όσο και να έφτυνα. Και από
την έκρηξη συναρμολογήθηκε κάτι άλλο που το κατάπια για να είναι στο λαιμό. Κάπου
ανάμεσα από την καρδιά και το μυαλό γιατί ήταν η ανάμειξη τους. Δεν πήγε ποτέ στο
στομάχι. Έμενε στο λαιμό και με εμπόδιζε από να καταπίνω οτιδήποτε άλλο. Αυτό ήταν καλό
γιατί δεν θα έσκαγε πάλι και δεν θα πονούσα. Αλλά με ανάγκαζε να τα φτύνω όλα. Κάποια
από αυτά δεν έπρεπε. Έπρεπε να τα καταπιώ και τα φυλάξω στο πίσω μέρος της κοιλιάς μου.
Αλλά με έκανε να καταλάβω ότι όποιος είπε ότι δεν πρέπει να δρας μόνο με τη καρδιά,
έλεγε μαλακίες. Μόνο η καρδιά μπορεί να σε σώσει. Δεν είδες εμένα; Τα κομμάτια του μυαλόυ
από την έκρηξη ενώθηκαν με της καρδιάς και με έκαναν να τα φτύνω όλα. Αποτυχία.
Βέβαια όταν η καρδιά ήταν στη θέση της και το μυαλό για μένα ήταν στην αφάνεια, κάποια
στιγμή έσκασε. Πάλι αποτυχία. Αλλά αλλού είναι το πόιντ. Έλα βρές το, πιάσε το νόημα.
Το νόημα είναι ότι ήταν προτιμότερη η έκρηξη, από το φτύσιμο των πάντων.
Όχι; Προσπάθησε να τα φτύνεις όλα για πολύ καιρό και έλα να μου πεις.
Ο οργανισμός θέλει φαί. Φτιάξε το δικό σου πρόγραμμα διατροφής.
Πάλι πάχυνα (;)

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Είχα πει πως θα αλλάξω, κι όσο αλλάζω σου μοιάζω.

Θυμάμαι που είχα πάει με τα παιδιά σε εκείνο το λοφάκι.
Εκείνο που είχε την πιο ωραία θέα που έχω δει ποτέ στη ζωή μου.
Έτσι για να λέμε και υπερβολές.
Και θα ήθελα να σε πάω. Όχι, άκυρο. Θα ήθελα να πάω εγώ.
Είσαι ο πρώτος άνθρωπος που μου ήρθε στο μυαλό για κάποιο λόγο.
Αλλά αμέσως μετά σκέφτηκα ότι εσύ δεν είσαι για αυτά.
Εσύ δεν πρόκειται να καταλάβεις τη σπουδαιότητα ενός τέτοιου μέρους.
Εσύ δε θα ερχόσουν ποτέ κάπου να κάτσεις σε ένα πέτρινο παγκάκι στη μέση του πουθενά,
κι όμως τόσο κοντά στον πολιτισμό, απλά και μόνο για να θαυμάσεις τη θέα.
Εσύ θες να πηγαίνουμε σε μέρη που έχει πολύ κόσμο.
ΕΣΥ θες άλλα πράγματα. Το θέμα είναι ότι ΕΓΩ αρχίζω και σου μοιάζω.
Και δε με νοιάζει να αλλάξω συνήθειες, με νοιάζει να μη χάσω τον εαυτό μου.
Δεν μπορώ να ελέγξω την αναπνοή μου κι αυτό με τρομάζει.
Είναι ΤΟΣΑ που θέλω να πω. Αλλά δε θα μιλήσω.
Δεν είμαι σε θέση. Δεν είμαι η κατάλληλη. Πάντα σε κάτι μειονεκτώ.
Πάντα κάτι δεν θα είναι "κανονικό".
Κι όσο δε γίνεται, η αναπνοή μου δε σταθεροποιείται, κι όσο δε σταθεροποιείται εγώ τρομάζω..
-3 days left-

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Δατς ολ φορκς.

  Και εγώ η γενναία, που λες, που το παίζω άνετη και δεν φοβάμαι το τέλος, τα΄χω κάνει πάνω μου.
Γιατί αύριο είναι η τελευταία μέρα που θα μπω εκεί μέσα ως μαθήτρια. Σε εκείνη την αίθουσα, σε εκείνο το θρανίο. Πρέπει κάποια στιγμή να βρω τις λέξεις και να εξηγήσω πώς αγαπάω και μισώ ταυτόχρονα αυτό το σχολείο. Απλά ήταν από τις πιο σημαντικές περιόδους της ζωής μου. Διαμόρφωσα τον χαρακτήρα που έχω.

  Έγραψα και δημοσίευσα το πρώτο μου άρθρο. Έμαθα να γράφω και να λατρεύω τις εκθέσεις. Γνώρισα ανθρώπους που θα τους κρατάω στο μυαλό μου όσο αντέχω, κάθε μέρα, σε κάθε δύσκολη στιγμή. Έτρεξα κλαίγοντας στην τουαλέτα και έμεινα εκεί κλειδωμένη μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι. Μπήκα στην τάξη με πρησμένα μάτια και έμεινα ξαπλωμένη πάνω στο θρανίο για να μη με δει κάνεις. Οι περισσότεροι νόμιζαν ότι κοιμάμαι, δεν τους χάλασα αυτήν την εντύπωση. Πέρασα χαρές. Χοροπηδούσα όλη την ώρα στους διαδρόμους εξαιτίας ενός μηνύματος. Έτρεξα με χτυπημένο πόδι όλη την αυλή για να μη χάσω το βόλει με τα παιδιά και μου την πει ο Καράς. Έπαθα νευρικό γέλιο μέσα στην τάξη -όχι μία και δύο- και παραλίγο να αποβληθώ -δεν ξέρω τελικά γιατί ποτέ δεν έγινε. Πέρασα ΏΡΕΣ ολόκληρες στο γραφείο των καθηγητών. Πήγαινα με το παραμικρό. Μπορεί να τους έπρηζα, μπορεί και όχι. Τσακώθηκα στη μέση της αυλής και μέσα στην τάξη. Τραγούδησα δυνατά το εκάστοτε τραγούδι που είχε κολλήσει. Στεναχωρήθηκα για το γραπτό στο οποίο δεν τα πήγα καλά. Έμαθα να μιλάω, έμαθα να ακούω, μα πάνω απ' όλα έμαθα πότε πρέπει να σωπαίνω.

  Όσοι και να μου λένε ότι τώρα έρχονται τα καλύτερα δε μπορώ και δε θέλω να τους πιστέψω.
Γιατί... πώς να το πω; Έκανα το λάθος να κουβαλήσω εκεί το μειονέκτημα μου, το οποίο είναι να δένομαι εύκολα με τους ανθρώπους, και τώρα νιώθω ότι χάνω μια οικογένεια. Απλά αυτό.


Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Συνέχεια στα όρια..



 Ήταν αυτή κι αυτός. Ήταν μαζί ένα πρωί που έβρεχε, ένα βράδυ με άπνοια και ένα ζεστό καλοκαιρινό μεσημέρι. Ήταν μαζί όταν μπορούσε αυτός και άντεχε εκείνη. Ήταν μαζί για λίγο και συνήθως σε κάποιο δωμάτιο ξενοδοχείου. Ήταν παντρεμένος. Ήταν ερωτευμένοι. Ήταν αυτή κι αυτός.
  Τύλιγε ένα μαντήλι στο κεφάλι της, έβαζε τα μαύρα γυαλιά της και πήγαινε να τον συναντήσει. Πρόσεχε να μην την αναγνωρίσουν. Παρολ' αυτά όταν ήταν να τον συναντήσει δεν την ένοιαζε τίποτα. Τις ώρες που ήταν μακριά του χάζευε, ξέχναγε να τρώει, δεν απαντούσε στα τηλέφωνα αν δεν ήταν αυτός στην άλλη γραμμή. Κάπνιζε. Κάπνιζε πολύ. Αλλά όταν τον συναντούσε όλα άλλαζαν.
  Με το μαντήλι και τα γυαλιά της καλούσε ένα ταξί και πολλές φορές δεχόταν περίεργες ματιές για την αμφίεσή της. Έλεγε τον προορισμό της -το εκάστοτε ξενοδοχείο- και ο κόσμος της, όταν έφτανε, γινόταν πιο όμορφος. Συνήθως την περίμενε στο δωμάτιο. Η επαφή τους ήταν τόσο ουσιαστική. Τόσο που σε έκανε να πιστεύεις ότι αν βλέπονταν περισσότερες ώρες θα ήταν οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι στον κόσμο. Έμεναν μαζί κάποιες ώρες και ζούσαν τον έρωτά τους. Κλισέ φράση; Τη χρησιμοποιώ τονίζοντας τη λέξη "ζούσαν", γιατί όταν ήταν χώρια "πέθαιναν".
  Έμεναν στο κρεβάτι μέχρι που κάποιος από τους δύο πάντα έπρεπε να κάνει την αρχή. Να σηκωθεί, να ντυθεί και να φύγει. Όταν συνειδητοποιούσαν ότι έπρεπε να φύγουν η όψη τους άλλαζε, γίνονταν σκυθρωποί. Αλλά έπρεπε. Όταν ερχόταν το ταξί της, σταματούσε η ανάσα της. Του έδινε ένα φιλί και το κρατούσε στη μνήμη της σφιχτά ώσπου να τον ξαναδεί. Έβγαινε από το ξενοδοχείο και τότε ξανάβρισκε την ανάσα της, βαριά βέβαια. Έμπαινε στο ταξί ανέκφραστη. Δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο παρά εκείνον, και τις στιγμές που πέρασαν μαζί.
  Αυτός έφευγε και ξαναπήγαινε στη δουλειά, προσπαθούσε να ξεχαστεί αλλά η μυρωδιά της ήταν ακόμα πάνω του. Γυρνούσε στην οικογένεια του και μισούσε τον εαυτό του που δεν μπορούσε να πει οικογένεια του και τη γυναίκα με την οποία ήταν βαθιά ερωτευμένος. Όταν γυρνούσε σπίτι απέφευγε τη "γυναίκα του". Ήθελε η εικόνα της αγαπημένης του να μείνει σώα στο μυαλό του.


  Ήταν αυτή κι αυτός. Ήταν δυο άνθρωποι. Ήταν ένας παράνομος έρωτας.
Συνέχεια στα όρια.

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

ο φόβος...

Φόβος παντού. Φόβος να μιλήσεις, να γράψεις, να σκεφτείς, να προτείνεις, να εκφραστείς, να αγαπήσεις, να μισήσεις, να είσαι διαφορετικός, να είσαι ίδιος, να γελάσεις με δύναμη, να κλάψεις ψιθυριστά, να μην ακολουθήσεις, να μείνεις σπίτι, να βγεις έξω, να γίνεις εσωστρεφής, να παραμείνεις εξωστρεφής, να φωνάξεις, να ουρλιάξεις, να στείλεις μήνυμα, να πετάξεις την τηλεόραση, να σπάσεις τον υπολογιστή, να αντιμιλήσεις στο επιφανειακά μεγαλύτερο, να ανοιχτείς στον διπλανό σου. Φόβος για όλα αυτά γιατί μπορεί τα καλούπια να έσπασαν αλλά στην εποχή μας το να φτιάξεις καινούργια απαιτεί χρόνο, σωστή μέθοδο, θυσίες. Θυσίες πολλές. Το να εστερνιστείς την άποψη του απέναντι σε γλιτώνει από όλο τον κόπο. Αλλά τσάμπα έσπασες το προηγούμενο σου καλούπι; Φόβος, φόβος, φόβος. Ζούμε στη εποχή που σου προκαλεί φόβο το να μη φοβάσαι. "ΤΙ; Δενβλεπειςτηλεορασηκαιπωςενημερωνεσαιγιατανεατιςαρρωστιεςτηνπολιτικητακουτσομπολιατιςμαλακιες;","ΤΙ;Δενδιαβαζειςπωςθαμπειςσεμιακαλησχοληναπαρειςπτυχιοκαιμεταναφαςτασκαταμεδιπλωμα;" "ΤΙ;Μαλωσεςμετουςφιλουςκαιτωρατιθακανειςμονησουεπρεπενακραταςμεσασουο,τικαινασεπειραζε" Βρε δεν πάτε να ξεστραβωθείτε λέω εγώ; Γαμώ τα καλούπια που απέμειναν, που όσο και να προσπαθούμε δεν σπάνε. Αυτά τα στερεότυπα. Αυτά που μας σταματάνε στο δρόμο προς το όνειρο μας και μας σκοτώνουν εν ψυχρώ. Θα σπάσετε κάποια στιγμή, σας το λέω. "Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό, είμαι μικρός ΠΟΛΎ ΜΙΚΡΌΣ ΓΙΑ ΝΑ Τ' ΑΛΛΆΞΩ." Εγώ τον κόσμο μου θα τον αλλάξω. Εν ανάγκη θα ανέβω ξανά στο ροζ μου συννεφάκι και θα πάρω μαζί μου όσους μπορώ. Θα είναι πιο συχνές οι πτώσεις βέβαια, άλλα εγώ θα κρατιέμαι γερά. ΦΌΒΟΣ! Παντού. Φόβος για τον χρόνο που τρέχει, για τις στιγμές που χάνεις, για τα χαμόγελα που δεν έδωσες και δεν σου δόθηκαν. Για τις δανεικές ματιές που ακόμα στις χρωστάνε. Για τις μέρες που ήξερα ότι θα ξεχαστούν και ξεχάστηκαν. Για τις μέρες που ζω και δεν τις εκτιμώ. Δεν θα τις εκτιμήσω ποτέ. Για αυτό που είδα από το παράθυρο και με τρόμαξε. Για την απόφαση που θα πάρω και θα την τηρήσω. Γιατί θα την πάρω. Δεν αργώ. Θα γίνει, κι ας χάνονται οι μέρες. Γιατί δεν γράφω πια το ίδιο. ο ΦΌΒΟΣ! Αυτός.

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Στον Αντώνη..

Θυμάσαι τότε που αποφασίσαμε να γράψουμε ένα βιβλίο μαζί;
Εγώ έχω κρατήσει ακόμα τα χαρτιά!
"που ποτέ μα ποτέ, δεν τελειώνω ο,τι αρχίζω.."

Πώς ξεκίνησαν όλα, ή πρόλογος αν θέλετε.

  Ένιωθα ότι κάτι έπρεπε να κάνω. Δεν μπορούσα απλά να τον κοιτάω χωρίς να βάλω το θάρρος μου να λειτουργήσει και για τους δυο μας. Βέβαια πόσο θάρρος να διαθέτει ένα κοριτσάκι 4 χρονών; Είναι η απώλεια φόβου που κάθε μικρό παιδί κρύβει μέσα του. Μόνο που εγώ, από τη φύση μου, εξωτερίκευα κάθε τι που κάποιος άλλος δεν θα έκανε. Αυτός ο κάποιος στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ο Αντώνης, ο οποίος κλαίγοντας είχε πιαστεί από την αγκαλιά της μαμάς του και δεν έλεγε να ξεκολλήσει. Εκεί ένιωθε ασφάλεια, εκεί ήταν σίγουρος για τον εαυτό του, όπως και όλα τα παιδιά σε αυτή την ηλικία.
  Εγώ, λοιπόν, ως "ατρόμητη" πήγα κοντά του, λίγο διστακτικά ίσως. Δεν ήμουν σίγουρη για αυτό που έκανα, άλλα ήμουν σίγουρη πως η συνέχεια θα ήταν συναρπαστική.  "Αντώνη, έλα άσε τη μαμά σου, πάμε να παίξουμε". Οι λέξεις βγήκαν από το στόμα μου τόσο αβίαστα. Το χαμόγελο, σχεδόν γέλιο, της μητέρας του και των δασκάλων μας με έκαναν να καταλάβω πως μάλλον είχα πράξει σωστά. Το κλαμένο βλέμμα του Αντώνη που με κοίταζε με απορία ήταν η πρώτη ένδειξη εμπιστοσύνης που ένιωσα ποτέ από εκείνον. Σιγά σιγά με αργές κινήσεις η απόσταση μεταξύ τους μεγάλωνε και η δική μας μίκραινε μέχρι που ο Αντώνης μετά από αρκετή ώρα παρακαλετών προς τη μαμά του για να μη φύγει στάθηκε μόνος του φοβισμένος αλλά παράλληλα πρώτη φορά θεωρητικά "μακριά" της και κινήθηκε προς το μέρος μου. Το χέρι μου απλώθηκε προς το μέρος του και ένιωσα ένα σφιχτό κράτημα σαν να μου έλεγε: "Από τώρα και στο εξής μη με αφήσεις ποτέ μόνο μου". Αυτό είχα σκοπό να κάνω. Να τον κρατάω για πάντα σφιχτά από το χέρι σαν είναι φοβισμένος την πρώτη μέρα στο προνήπιο.
  Αυτό το περιστατικό σηματοδότησε τη μέχρι τώρα ζωή μου. 10 χρόνια μετά και ακόμα νιώθω ότι εκείνο το πρωινό ο Αντώνης με χρειαζόταν όπως ακριβώς τον χρειαζόμουν και εγώ όλα τα υπόλοιπα χρόνια. Τον χρειαζόμουν τόσο απλά, τόσο πολύ, τόσο δειλά. Σαν ένα φοβισμένο παιδάκι περίμενα να με πιάσει από το χέρι και να με πάρει μακριά να παίξουμε, να γελάσουμε, να αισθανθούμε ελεύθερα. Εκείνη η μέρα είναι χαραγμένη στην καρδιά μου γιατί βρήκα τον καλύτερο μου φίλο στα κλαμένα μάτια του μικρού Αντώνη που δεν ξεκόλλαγε από την αγκαλιά της μαμάς του.





Υ.Σ. μια μέρα θα το τελειώσουμε.

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Το αστέρι μου

Όσα χρόνια ζω σε αυτό το σπίτι -που δεν πρέπει να είναι πάνω από 6- παρατηρώ κάτι που με μπερδεύει, μου δίνει θάρρος, με απελπίζει και με χαροποιεί ταυτόχρονα. Ένα αστέρι. Ένα συνηθισμένο αστέρι που δεν κάνει τίποτα διαφορετικό από τα υπόλοιπα. Βγαίνει κι αυτό τη νύχτα και μένει ως το πρωί. Μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Το μόνο άξιο θαυμασμού όσον αφορά αυτό το αστέρι είναι ότι είναι πάντα εκεί. Εννοώ ότι κάθε φορά που θα ανοίξω το παράθυρο μου το βράδυ το βλέπω πάντα στο ίδιο μέρος, πιο φωτεινό από όλα τα άλλα, επίμονο. Θέλω να πω ότι όλα αυτά που έχω περάσει αυτά τα 6 χρόνια καταλήγουν εκεί. Σ' αυτό το αστέρι και στην επιμονή του να λάμπει. 

Πώς ξεκίνησε όλο αυτό; Όταν δεν ήμουν καλά ένα βράδυ είχα ανοίξει το παράθυρο, καθόμουν στο κρεβάτι ακούγοντας Μποφίλιου και κοιτούσα τον ουρανό. Το τραγούδι που έπαιζε ήταν -τύχαια- "Το αστέρι μου". Σε ένα συγκεκριμένο του στίχο έλεγε: "είναι που εμένα τελικά το' χει το αστέρι μου". Τότε το μάτι μου έπεσε σε αυτό το αστέρι και το παρομοίωσα τόσο πολύ με την κατάσταση μου. Γιατί  σκέφτηκα ότι ο,τι και να γίνει λάμπει, προσπαθεί να δείξει προς τα έξω αυτό που κρύβει μέσα του. Το φως. Κάπου είχα ακούσει ότι όταν ένα αστέρι βλέπουμε ότι πέφτει δεν έχει πέσει ακριβώς εκείνη τη στιγμή, απλά τότε φτάνει στα μάτια μας. Μπορεί να έχει πέσει 100άδες χρόνια πριν. Η αποτύπωση αυτού του συμβάντος σε έναν άνθρωπο είναι σαφώς ότι συνεχίζει και αντέχει να φαίνεται ψηλά ενώ ουσιαστικά έχει "πέσει" πολύ νωρίτερα. Έχει "πέσει", και πολλές φορές όχι ομαλά. Επίσης μια άλλη παρομοίωση και τροφή για σκέψη: Πόσο εύκολα κάποιος θα μπορούσε να "πέσει" για να κάνει την ευχή και την επιθυμία ενός ανθρώπου πραγματικότητα;

Πίστεψα επίσης, βλέποντας το, ότι τελικά όπως λέει και η Μποφίλιου "το' χει το αστέρι μου". Όταν λοιπόν είναι κάτι γραμμένο στη μοίρα σου, ο,τι προσπάθειες και να κάνεις, θα πέσουν στο κενό. Βέβαια όπως λέει και μια άλλη που εμπιστεύομαι "εσύ διαμορφώνεις τη μοίρα σου με τις επιλογές σου". Πιστεύω και τα δύο. Δεν ξέρω πώς το κάνω, κι όμως συμβαίνει. Θα συνεχίσω εκεί ψηλά, κι ας έπεσα πριν καιρό. Θα έχω την επιμονή και υπομονή αυτού του αστεριού. Του αστεριού μου.



Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

"Η ζωή της Ζωής μου"


Ήμουν σχεδόν σίγουρη: το καλοκαίρι μου αυτό ήταν επιεικώς άθλιο και έτσι θα παρέμενε τον ένα μήνα που είχε ακόμη για να λήξει. 'Ηταν από τα χειρότερα καλοκαίρια της ζωής μου μέχρι στιγμής. Τίποτα δε μου έκανε εντύπωση. Όλα κενά, σαν κάποιος να ήθελε να γράψει τη συνέχεια της ιστορίας της ζωής μου και πάνω που του ερχόταν η έμπνευση τέλειωσε το μελάνι από το στιλό, και οι ιδέες που είχε όλο το χειμώνα χάθηκαν σε μερικά δευτερόλεπτα, έτσι απλά. Και μόνο το κενό χαρτί έμεινε να θυμίζει πως κάποτε στοίβες με χαρτιά γέμιζαν την προσπάθεια συνέχισης της ζωής μου. Γεμάτες ιδέες και όνειρα, ξεχυλισμένες από ζωή.
 Άλλωστε όπως έλεγε, και χρησιμοποιώ παρελθοντικό χρόνο, η μαμά μου: "η ζωή της Ζωής μου θέλω να είναι η πιο γέματη από όλων των ανθρώπων μαζί". Γιατί βλέπετε η μαμά μου είχε πονέσει πολύ στη ζωή της χάνοντας τη μητέρα της στα 11 της λόγω καρκίνου και εκτιμούσε τη ζωή, σαν έννοια και ιδέα πιο πολύ από το οτιδήποτε, γιαυτό και με βάφτισαν Ζωή. Ήθελε, λοιπόν, τον πόνο που ένιωσε εκείνη να μην το νιώσω ούτε στο παραμικρό ποτέ μου. Δεν κατάφερα όμως να πραγματοποιήσω αυτή της την επιθυμία. Και στη μέση του καλοκαιριού μια ήταν η σκέψη μου: "Και τώρα τι;" Υπομονή και επιμονή μέχρι το άνοιγμα των σχολείων. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που επιθυμούσα με όλη μου την καρδιά να γυρίσω στην καθημερινότητα. Να ξυπνήσω νωρίς να πάω στο μάθημα, να καθίσω εφτά ώρες, να γυρίσω στο σπίτι και να ετοιμαστώ για φροντιστήριο. Ρουτίνα. Κι όμως ήξερα. Το ήξερα καλά πως αυτη η ρουτίνα θα μου έκανε καλό, θα γιάτρευε τις πληγές μου. Θα ήξερα τι να περιμένω. Λατρεμένη καθημερινότητα! Ξέρεις τι πρόκειται να συμβεί στο επόμενο δευτερόλεπτο, κι αυτό ήθελα: να βρίσκομαι στη σφαίρα επιρροής της καθημερινής ρουτίνας μέσα στο σύννεφο ασφάλειάς της.

 Τέλη Ιουνίου και τίποτα δεν μαρτυρούσε αυτό που επρόκειτο να συνέβαινε. Τέλος εξετάσεων και όλοι μεσ' την τρελή χαρά που τελείωνε το "καθημερινό τους μαρτύριο" κουβέντιαζαν χαρούμενοι για τα σχέδια των καλοκαιρινών τους διακοπών. Εγώ είχα αποδεχτεί απόλυτα ότι διακοπές φέτος για μένα δεν υπήρχαν. Άκουγα οικονομική κρίση, την έβλεπα κάθε μέρα στο σπίτι μας αλλά τη γεύτηκα και στο καλοκαιρί μου. Με 42 βαθμούς Κελσίου στην Αθήνα! Δε με πείραζε. Ήξερα οτι θα πέρναγα καλά έστω και εδώ, αφού οι περισσότεροι μου φίλοι θα έμεναν επίσης εδω ή θα έφευγαν για πολύ λίγο χρονικό διάστημα. Ήμουν αισιόδοξη.
 Πάντα ήμουν αισιόδοξη στη ζωή μου. Πάντα έλεγα στη μητέρα μου όταν χρειαζόταν να μεταφερθεί στο νοσοκομείο για θεραπείες: "Και καλά τώρα εσύ είσαι άρρωστη; Κάποιος μου κάνει πλάκα! Εσύ είσαι σκληρό καρύδι, ομορφαίνεις την αίθουσα του νοσοκομείου. Είδες πώς σε κοιτούσε αυτός ο γλυκούλης ο γιατρός; Γιατρός όχι αστεία... ποιός στη χάρη σου!" Την πείραζα συνέχεια. Και εκείνη χαμογέλουσε, γελούσε. Φαινόταν τόσο κουρασμένη. Αλλά χαμογελούσε για μένα, μόνο για μένα. Για να μου δείξει πώς παλεύει για τη ζωή της. Και τη χαιρόμουν, χαμογελούσα και εγώ ενώ ήξερα ότι βασανιζόταν, πονούσε κάθε μέρα, πονούσε πολύ. Αλλά εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να γελάει μέχρι την τελευταία στιγμή. Την αγαπούσα πολύ τη μαμά μου. Πάρα πολυ.

 Μέσα Ιουλίου και τα μπάνια έδιναν και έπαιρναν. Πήγαινα πολύ συχνά. Μαζί με τους φίλους μου. Ήμουν ευτυχισμένη αυτές τις ώρες. Τα γέλια μας αντηχούσαν σε όλη την παραλία, δείγμα ευτυχίας και ζωής. Επαναλαμβάνω πολύ συχνά τη λέξη ζωή έτσι; Όταν χάνεται μέσα από τα χέρια σου, την εκτιμάς διπλά, την προσέχεις σαν τα μάτια σου και δεν αφήνεις ούτε δευτερόλεπτό της να πάει χαμένο.
 Ήξερα ότι κάτι μου έκρυβαν. Ξέρω τα βλέμματά τους όταν κάτι δεν πάει καλά. Δεν μου λέγανε. Υποψιάστηκα βέβαια ότι είχε να κάνει με τις χημειοθεραπείες της μητέρας μου. Μάλλον θα ξαναπήγαινε στο νοσοκομείο. Η αισιοδοξία μου και η πίστη μου στη μαγική ζωή που η μαμά μου μού μάθαινε από μικρό παιδί, ακόμα και ενάντια σε μια απο τις πιο άτιμες αρρώστιες, τον καρκίνο, δεν με εμπόδισαν να περάσω όλο το πρωί μαζί της στο σπίτι χωρίς να πάει το μυάλο μου ούτε μια στιγμή στο κακό. Ούτε όταν ο θείος μου, ο αδερφός της μητέρας μου, ήρθε κλαμμένος στο σπίτι για επίσκεψη. Ο θείος μου; Επίσκεψη σε ώρα δουλειάς και κλαμμένος; Μα πώς δεν πήγε το μυαλό μου; Με έστειλαν να του φτιάξω καφέ και όταν γύρισα τους είδα αγκάλιασμενους. Άπο τα μάτια του θείου έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα αλλά η μαμά μου είχε ενα χαμόγελο που πρόδιδε ανακούφιση και ηρεμία. Δεν καταλάβα τι γινόταν και όταν τους ρώτησα μου τα μπάλωσαν όπως πολύ καλά ήξεραν τα δύο αδέρφια. Δεν έδωσα συνέχεια. Για να μη μου μιλούσαν κάποιο λόγο θα είχαν. Ή μήπως όχι;
 Σειρά είχε το γραφείο του πατέρα μου, μήπως και μου έλυνε την απορία. Ο μπαμπάς μου είναι ασφαλιστής. Αυτό μας έσωσε όταν αρρώστησε η μητέρα μου. Τις θεραπείες και τα έξοδα του νοσοκομείου τα πλήρωνε η ασφάλεια. Ο καλός μου ο μπαμπάς ήταν το στήριγμα της μαμάς μου 13 χρόνια τώρα που πάλευε με αυτή την αρρώστια. Πάντα δίπλα της, ποτέ δεν έλειπε απο το πλάι της. Εκεί όταν χρειάστηκε να μπεί στο νοσοκομείο, εκεί όταν για ένα διάστημα 1 χρόνου που εγώ στα εφτά μου χρόνια είχα καταλάβει ότι: "Η μαμά δεν είναι πλέον άρρωστη!!!". Θυμάμαι τον μπαμπά μου να μου λέει: "Και τώρα θα πηγαίνουμε βόλτες, θα κάνουμε μεγάλα ταξίδια μαζι με τη μανούλα μας, τη μανούλα μας που την αγαπάμε τόσο πολύ και τώρα δεν είναι άρρωστη, Ζωούλα μου ακούς; Δεν είναι!" Και να οι αγκαλιές από εδώ και να τα φιλιά απο εκεί και να τα δάκρυα που τα είχαν ονομάσει "Δάκρυα χαράς". Και μάλιστα εγώ δεν είχα καταλάβει και έλεγα: "Καλά χαζοί είναι αυτοί οι μεγάλοι; Στεναχωριούνται, κλαίνε. Χαίρονται, κλαίνε". Μετά κατάλαβα τι εννοούσαν. Και όντως εκείνο το χρόνο κάναμε τα πάντα οι τρεις μας. Ταξίδια, διακοπές, παιχνίδια. Χόρτασα τη μαμά μου που την είχα χάσει στα νοσοκομεία. Και όλα αυτά μέχρι τον άλλο χρόνο που ο μπαμπάς μου μου εξήγησε ότι η αρρώστια που είχε η μαμά μετακινήθηκε και τώρα είναι πάλι άρρωστη και είναι πιο σοβαρά τα πράγματα. Πάλι στο πλάι της ήταν, αλλα πάλι εγώ την έχασα. Κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια με την αισιοδοξία μου άσβεστη, τη μητέρα μου ταλαιπωρημένη αλλά πάντα χαμογελαστή και περήφανη για μένα. Και όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν με οδηγούν τώρα, πάλι εδω, στο γραφείο του μπαμπά μου περιμένοντας να μου λύσει την απορία μου.
"Που να ξέρω εγώ Ζωούλα μου; Αφού την ξέρεις τη μάνα σου! Άφορμή ψάχνει να συγκινείται και ο θείος σου τη βοηθάει." Και τότε εγώ θύμωσα τόσο πολύ που είπα λόγια που μέχρι και σήμερα μετανιώνω. "Μπάμπα, δεν είμαι εφτά χρόνων όπως τότε που μου έλεγες οτι "η αρρώστια μεταφέρθηκε". Είμαι 16 και μπορώ να καταλάβω οτι η μαμά είναι πολύ σοβαρά και πεθαίνει. Δε χρειάζεται να μου κρύβετε τίποτα. Τι θα πει αφορμή ψάχνει για συγκίνηση; Αλλά πάντα έτσι ήσουν, φθηνές δικαιολογίες για να μην πληγωθώ. Αλλά ξέρεις κάτι; Μαζί τα ζούμε. Δεν πονάς μόνο εσύ. Μπορείς τουλάχιστον να είσαι ειλικρινής μαζί μου." Οι τελευταίες μου λέξεις συνοδεύτηκαν απο τα πρώτα μου δάκρυα και τα πρώτα μου δάκρυα λες και μου έδωσαν το σύνθημα να τρέξω στην πόρτα. Βγήκα απο το κτήριο με προορισμό το πάρκο που ήταν δέκα λεπτά απο εκεί. Σε αυτό το πάρκο είχα περάσει τα παιδικά μου χρόνια. Τότε που χτύπουσα στην τραμπάλα και η αγκαλιά της μαμάς μου ήταν το μόνο καταφύγιο μου. Δεν ήθελα τίποτα άλλο. Μου έλεγε: "Τι κλαις καρδούλα μου για μια γρατζουνιά; Ποτέ να μην κλαις και να μη στεναχωριέσαι για ασήμαντα πράγματα. Αυτά τα ξεχνάμε από τη μια μέρα στην άλλη". Και εγώ έλεγα οτι η μαμά μου είναι σοφή, και καμάρωνα.
 Το συγνώμη προς τον μπαμπά μου ευτυχώς βρήκε ανταπόκριση: μια μεγάλη αγκαλιά. Είχα πολλές τύψεις και του εξομολογήθηκα πως δεν εννοούσα ό,τι είπα.Μου απάντησε μαλακά ότι η μαμά μου με περίμενε στο σπίτι γιατί ήθελε να μιλήσουμε. Τον ρώτησα αν θα έρθει αλλα είπε οτι τον είχε παρακαλέσει να μας αφήσει μόνες μας. Πήγα με πολλή αγωνία και ήλπιζα να μου εξηγούσε επιτέλους τι γινόταν αυτές τις μέρες. Δεν φανταζόμουν αυτο που με περίμενε, κι όμως συνέβη.
 Φτάνοντας στο σπίτι είδα τη μαμά μου να βγαίνει από την πόρτα. Ξαφνιάστηκα, είναι η αλήθεια. Τον τελευταίο καιρό είχε χειροτερέψει η κατάστασή της και είχε πολύ καιρό να βγει από το σπίτι. Μπαίνουμε στο αμάξι της και μου λέει: "Πάμε θάλασσα, ελπίζω να πεινάς γιατί έχω λιγουρευτεί θαλασσινά." Ένα γέλιο βγήκε από μέσα μου και δεν μπόρεσα να το καταπνίξω. Είχα προετοιμαστεί για το χειρότερο και βρήκα τη μάνα μου με λιγούρα για θαλασσινά! "'Ετσι σε θέλω. Να γελάς Ζωή μου, να γελάς. Είτε σε κάνω εγώ, είτε κάποιος άλλος." Φαινόταν να έχει έναν περίεργο τόνο στη φωνή της. Σαν να της είχε φύγει ένα μεγάλο βάρος από πάνω της. Σαν να είχε γιατρευτεί από αυτό που της έτρωγε τη ζωή, σαν να μην υπήρξε ποτέ, λες και αυτά τα δεκατρία χρόνια είχαν περάσει σαν ένα απλό κρυολόγημα.
 Με το που φτάσαμε και πατήσαμε στην άμμο πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να δινόταν στον άνεμο, να την πάρει μαζί του. Τόσο ανάλαφρη έστεκε. "Τι θα γίνει δεν είχες τη λιγούρα σου εσύ;" είπα καθώς τη χάζευα να χάνεται με το βλέμμα της μέσα στα κύματα. "Βιάζεσαι Ζωή μου;" απάντησε. "Εγώ; Απλά σε φοβάμαι μη χιμήξεις στη θάλασσα να πιάσεις κανένα ψαράκι με τόση όρεξη και δε σε προλάβω". Ήθελα να της αποσπάσω την προσοχή γιατί μου φαινόταν ότι κάτι τη βασάνιζε. Μου χαμογέλασε, με το πιο ωραίο χαμόγελο που μου είχε χαρίσει ποτέ. Δεν το ξεχνάω ποτέ αυτο το χαμόγελο. Δεν το βρίσκω πουθενά και σε κανέναν. "Ζωή από εσένα ποτέ δεν κρύφτηκα. Τις τελευταίες τρεις μέρες που προσπάθησα είδες πώς τα έκανα. Γιαυτό δε θα ψάξω να βρώ τις κατάλληλες λέξεις. Ήξερες ότι αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε. Το περιμέναμε όλοι. Και αυτό ήταν το λάθος μας. Δεν κυνηγούσαμε τη ζωή, κυνηγούσαμε το θάνατο, και να που τα καταφέραμε, τον φτάσαμε. Ο γιατρός πριν μια εβδομάδα μου έδωσε δέκα μέρες ζωής. Μου είπε πως με τη βοήθεια μηχανήματων ίσως ο χρόνος μου να διπλασιαζόταν. Ίσως να έφτανε τις είκοσι μέρες, ίσως και τον ένα μήνα. Και αφού όπως ξέρεις εγώ δεν αφήνω τίποτα στην τύχη, πόσο μαλλον τις τελευταίες μου μέρες, του ζήτησα να μου δείξει έναν άνθρωπο που είναι συνδεδεμένος με τέτοια μηχανήματα. Όταν αντίκρισα το παλικάρι με σωληνάκια παντού χώρις να μπορεί να κουνήθει, τον ένα μήνα που του έμεινε, πήρα επιτόπου την απόφασή μου. Κι ας είπα στον γιατρό ότι θα το σκεφτώ, είχα αποφασίσει από την πρώτη στιγμή. Ήθελα να ζήσω, να νιώθω τη ζωή να κυλάει μέσα μου. Όχι να κυλάνε μέσα μου φάρμακα που θα την έκαναν να πάρει παράταση του ενός μήνα καθηλωμένη σε ένα κρεβάτι. Αυτό δε θα ήταν ζωή. Εγώ θέλω να χτυπάει η καρδούλα μου και να το νιώθω. Να δίνω την προσπάθεια μου μόνη μου." Εγώ όλη αυτή την ώρα είχα παραλύσει από τον πόνο που ένιωθα και τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου χωρίς να τα ελέγχω. Εκείνη έπιασε τα χέρια μου, σκούπισε με ένα μαντήλι τα δάκρυά μου και συνέχισε: "Ο θείος σου και ο πατέρας σου με εκλιπαρούσαν να πάω στο νοσοκομείο και να δεχτώ αυτό που μου είχε πεί ο γιατρός. Αλλά γρήγορα κατάλαβαν πως δεν είχε νόημα. Οι δέκα μου μέρες θα είναι πιο γεμάτες αν τις περάσω με ανθρώπους  που αγαπάω έξω στη θάλασσα, στον αέρα, να αισθάνομαι κόσμο, να μυρίζω τον αέρα, να βλέπω και να νιώθω ζωη απο το να είμαι σε ενα άδειο, ψυχρο δωμάτιο νοσοκομείου. 'Ετσι το δέχτηκαν. Πράγμα που ελπίζω να κάνεις και εσύ. Γιατί αυτές τις μέρες που μου μένουν θέλω να τις περάσουμε οι τρεις μας. Θέλω να κάνουμε ό,τι περνάει από το μυαλό μας. Τρέλες, να ζήσω τρελά, να το κάνεις και εσύ παιδί μου, μόνο αυτά σου μένουν όταν μεγαλώσεις. Δε με νοιάζει αν θα πονάω, θέλω να διασκεδάσω με την οικογένειά μου και θα τα ξεχάσω όλα. Θα με βοηθήσεις Ζωούλα μου;". Για μια στιγμή νόμιζα ότι δεν είχα φωνή. Μια δυνατή αγκαλιά εξήγησε ο,τι ήθελα να πω. Έκλαψα στην αγκαλιά της για πολλή ώρα και δε με απέτρεψε απο αυτό. "Σ'αγαπάω." Κατάφερα να ψελλίσω κάποια στιγμή. Δεν περίμενα απάντηση, σηκώθηκα και της άπλωσα το χέρι "Πάμε;" "Πάμε Ζωή μου!"
 Όχι δέκα, όχι δεκαπέντε αλλα είκοσι μέρες άντεξε η μαμά μου προς έκπληξη των γιατρών. Και είμαι πολύ περήφανη για αυτή. Την προτελευταία μέρα ήμαστε μαζί ξαπλωμένες στο κρεβάτι και μου είπε: "Εγώ άντεξα δέκα μέρες παράπανω απο ό,τι που λέγανε αυτοί. Κοίταξε να ζήσεις όπως θέλεις και όχι όπως θα σου υποδείξει ο οποιοσδήποτε." Η αγάπη μας την έκανε να αντέξει. Λίγο πριν κλείσει τα μάτια της μας είπε: "Έρχεται η ώρα, το νιώθω. Σας αγαπάω πολύ. Ευχαριστώ που με ανεχτήκατε άλλες τόσες μέρες, σας έβγαλα από το πρόγραμμα. Άλλα είμαι σκληρό καρύδι εγώ...ε Ζωή;" Η καρδιά της σταμάτησε και τα μάτια της έκλεισαν. Το χέρι που έσφιγγε τόση ώρα χαλάρωσε και έπεσε πάνω στο κρέβατι.
 Έτσι θα θυμάμαι τη μαμά μου. Με τα αστεία της μέχρι την τελευταία στιγμή. Γιατί αν δεν ξεγελάσεις το θάνατο και δε γελάσεις λίγο μαζί του δεν πρόκειται να τον νικήσεις πότε, ούτε φυσικά να πάρεις παράταση. Τι κι αν το καλοκαίρι που μένει δεν έχει νόημα χωρίς εκείνη; Τι κι αν δεν είναι πια εδώ να ζούμε μαζί τρελά; Εγώ πάντα θα τη θυμάμαι σε μια θάλασσα να κοιτάζει τα κύματα και να μου λέει "Πάμε Ζωή μου, πάμε..."