Τετάρτη 22 Μαΐου 2019

Μάθε ποιός είσαι κι έλα να με σώσεις ΙΙ

Ξέρεις, είναι οκ κάποιες φορές να μένεις στην απ' έξω. Δηλαδή είναι μέσα στη γαμημένη τη ζωή κι αυτό, πώς γίνεται να μην το αποδέχομαι, πώς γίνεται να με πληγώνει το έξω; Αυτή η έννοια της ανασφάλειας, αυτή η έννοια της αποστροφής του βλέμματος από πάνω μου, αυτή η έννοια του φτιαγμένης απο χέρια τρίτων μοναξιάς. Και μακάρι τα χέρια να ήταν μόνο τρίτων.

Δεν θυμώνω. Δεν βράζει το κεφάλι μου συχνά, αν κάποιος δεν παραβιάσει δηλαδή τα όρια της πιθανής λάβας που με διαρρέει. Άρα γιατί ενώ δεν πιστεύω στη μοίρα, καταρρέω και με χτίζω, σχεδόν μοιρολατρικά; Πως το αφήνω τόσο συχνά να με προσπερνάει αυτό, που δεν είναι φτιαγμένο να προσπερνάει. Μόνο για να πονάει και να θυμίζει είναι αυτό. Όλους, εκτός απο εμένα. Εμένα απλά με προσπερνάει και με αφήνει -μέχρι και αυτό- στην απ' έξω.

Και μπορεί η άσκηση αυτοσχεδιασμού να με πηγαίνει σε μέρη που η αναπνοή δεν ποινικοποιείται, αλλά η δική μου κλεισμένη πια από καιρό σε κωλοκούτια, ξέχασε να ζητάει οξυγόνο. Βαρύ πυκνό σκοτάδι και βαριά ζέστη. Τι να ζητήσω, τι να απαιτήσω από τη ζέστη, όταν έχει μάθει βαθιά να υπηρετεί τα κουτιά μου, τα μέτρα και τα σταθμά μου;

Σε ζήτησα. Κι αν δεν με άκουσες, κι αν δεν αφουγκράστηκες ποτέ σου τη θερμοκρασία μου είναι γιατί το κοινό μας όλο είναι θαμπό και καλυμμένο με σκληρή, βαθιά, ριζωμένη και τυφλή ανάγκη. Κι όταν συμβαίνει αυτό σε λυπάμαι περισσότερο από όσο μπορώ και λιγότερο από όσο χρειάζεται για να σε αφήσω.

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2019

Το ρέμα

 Οι λέξεις κάποτε ήταν μαύρες. Κι εγώ ήμουν ένα με αυτές. Πολύ παλιά όμως. Τότε που ένα χρώμα ήταν αρκετό, κι ας ήταν το πιο μουντό του κόσμου όλου. Μέσα από αυτή τη μαυρίλα, έπαιρνα μορφή, σχήμα, ανάσες. 'Όλα ήταν πιο απλά.
 Μαύρα; Ε ναι μαύρα, αλλά μόνο αυτό. Όχι τη μια γκρι, την άλλη σομόν, την άλλη λαχανί, την άλλη πετρόλ. Το κοινό όλων αυτών, είναι ότι τα λες "περίπου" χρώματα, και σίγουρα δεν ξέρεις πόσο βαθιά πρέπει να είναι η ανάσα στο πετρόλ, και πόσο κοφτή στο λαχανί. Εντάξει μπορεί να έμαθες με τον καιρό ότι στο σομόν δεν πρέπει καν να αναπνέεις, αλλά αυτό δεν δίνει άλλοθι στην εξαντλητική "περίπου" πολυχρωμία.
 Και περνάνε οι καιροί, και οι λέξεις παύουν να φτάνουν. Όχι με έναν ποιητικό τρόπο. Με έναν θλιβερό, ανούσιο.
 Η ενηλικίωση μου και τα πρώτα χρόνια της, δεν ήρθαν με ευθύνες, άγχη, σοβαρότητα. Αυτά υπήρχαν από πριν. Ήρθαν και πήραν τις λέξεις μου μακριά - μία προς μία.
 Περισσότερα χρώματα, λιγότερες λέξεις. Σου κόβει την ανάσα αυτή η ησυχία. Και να έλεγες πως κάπου οδηγεί [...]
 Αυτή η ησυχία, η πνιγερή, με έφερε ως εδώ. Αν πέσεις από τον γκρεμό πάει έπεσες. Στο ρέμα όμως αν κολυμπήσεις μπορεί να αχνοφανούν μπροστά σου "επιλογές", είχα ακούσει κάποτε. Και να' μαι εδώ, να κολυμπώ, και να ξεμακραίνει πίσω μου το πελώριο ύψωμα, μαζί και ο γκρεμός του.
 Ξέρεις τι είναι, πιστέ κι αιώνιε αναγνώστη μου; Ότι το ρέμα εξουθενώνει, σε μικραίνει, σε στραγγίζει.
 Πόσοι αποχωρισμοί άραγε σε κάνουν να ανέβεις επίπεδο στην αντοχή τους;

Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017

Τα πράγματά σου

Ροζ ήταν. Ακαθόριστο σχήμα. Η μυρωδιά του πλαστικού στεκόταν στην καρδιά σου και την πρόσταζε να χτυπήσει δυνατότερα.

Σχοινί από κερί και κλωστή. Ελαφρύ. Καλλιγραφική γραμματοσειρά. "Άγγελος". Σε πρόσταζε να πας πιο κοντά. Σωματικά και πνευματικά.

Λουλούδια. Τα έφερε τη στιγμή που τα χέρια μου ήταν άδεια. Γέμισαν μαζί και το στομάχι μου με μπουνιές. Το "μπράβο" σε ένα αντικείμενο.

Δεν τα φοράω εγώ αυτά. Μου το έδωσε όταν τα δάχτυλα μου ένιωθαν μοναξιά. Το χρώμα του δήλωνε τη ζεστασιά που έχει το σπίτι.

Δήλωσα ότι το καλοκαίρι χωρίς αυτές δεν είναι καλοκαίρι. Μέσα από τη θάλασσα δεν μπόρεσα να τρέξω κατά πάνω. Να παίξω. Έτρεξε η ψυχή μου κι αυτό φτάνει.

Σου μύριζα τα μαλλιά και το μυαλό μου χοροπηδούσε από τη χαρά του. Το λαστιχάκι που μου έδωσες το συγκρατούσε μέσα στο κεφάλι μου τη στιγμή που μου έλειπες περισσότερο.

Φωτιά. Αναπτήρες πολλοί. Καμία φωτιά δεν ήταν ικανή να αποτυπώσει την κάψα στην καρδιά και το σώμα μου.

Τα κλειδιά μου δέκα φορές βαρύτερα τώρα που έχουν το κλειδί της καρδιας σου. Ασημένιο, λαμπερό, όπως τα μάτια μου οποιαδήποτε στιγμή σε κοιτάξω.

Πολλά, παρά πολλά αντικείμενα. Πράγματα. Δικά μας.

Ξέρεις ποια είναι τα ειλικρινέστερα δώρα σου;

Τα χέρια σου στο μέτωπο μου όταν νιώθω άρρωστη ή αδύναμη. Η πιο δυνατή αγκαλιά όλου του κόσμου. Κι ας τη νιώθεις αδύναμη. Κάνει την καρδιά μου να σκάει. Το σαπούνι στην πλάτη που ακόμα και να έφτανα θα σε φώναζα να βοηθήσεις. Το φαγητό που ποτέ δεν θα έχει αρκετό αλάτι. Τα μάτια σου. Μου κατακλύζουν το μυαλό και δεν αναπνέω μέχρι να τα ξαναδώ. Ο Μίκυ που πλέον δεν είναι μόνος. Έχει το τεντωμα σου για παρέα.

Εσύ. Οι στιγμές μας. Οι πεταλούδες. Η ζεστασιά. Το σπιτι.

Είμαι ικανή να ξεχάσω να βάλω παπούτσια, να ντυθώ, να πάρω λεφτά, να φάω, να ξεχάσω το λαστιχάκι σου.

Πότε δεν θα καταφέρω να ξεχάσω να γίνει κόμπος το στομάχι μου που είσαι μακριά. Πότε δεν θα καταφέρω να μην αγχωθω για το αν έβαλες παπούτσια, αν έφαγες, αν πήρες λεφτά...

Μείνε κοντά μου να μου θυμίζεις τα μικρά. Και άσε με εμένα να σκοτίζομαι για αλλά μεγαλύτερα. Θύμωσε μαζί μου και θύμισε μου να παίρνω ανάσες όταν μας χωρίζει ένα χιλιόμετρο.

Συνήθισε τα άσχημα. Κι αν όχι, ελπίζω να μην έχω δουλειά για να μην σταματώ να σου λέω ότι σ'αγαπάω και ότι βιαζόμουν να πάω στη δουλειά.

Γίνε το μυαλό μου, μπας και γίνω άνθρωπος, γιατί η καρδιά μου είσαι ήδη.

Τρίτη 4 Απριλίου 2017

Πληγές

Με ρώτησες τι μπορεί να με πληγώσει. Δεν πρόλαβα καν να ξεκινήσω.

Γελάω και μόνο στη σκέψη της ποσότητας αυτών που μπορεί να με πληγώσουν.

Οι κοφτές ανάσες, η συνειδητοποίηση του χαμένου χρόνου, οι ενοχές, οι καταπιεσμένες πεταλούδες, η ανούσια κούραση, τα παγωμένα γέλια, η ανατολή όταν το βράδυ δεν ήταν αρκετό, η ανειλικρίνεια -όχι το ψέμα- η ανειλικρίνεια, το άδικο -αχ πόσο μπορεί να με πληγώσει το άδικο-, οι μιζέριες, οι ανούσιες αλλαγές, το χώρια -και σπανιότερα το μαζί-, το "κρίμα", οι απαγορεύσεις, οι πληγές άλλων.

Μπορώ να πληγωθώ και να επουλωθώ το επόμενο δευτερόλεπτο. Μπορώ να πληγωθώ και να μην επουλωθώ ποτέ. Μπορώ να πληγωθώ εσκεμμένα. Μπορώ να πληγωθώ χωρίς να το ξέρει κανείς. Μπορεί να με πληγώσει κάποιος που με μισεί. Μπορεί να με πληγώσει κάποιος που μ' αγαπά. Που είναι ερωτευμένος μαζί μου.

Μπορώ να πληγώσω κάποιον στην προσπάθεια μου να μην. Ναι, μπορώ.

Αποτελούμαστε από πληγές. Όλοι.
Στην προσπάθεια μας να φυλαχτούμε από τις επόμενες, σηκώνουμε τείχη, τείχη που δύσκολα προσεγγίζονται.
Ένας άνθρωπος δεν είναι αρκετός για αλλαγή.
Κι έτσι οι άνθρωποι χαραμίζονται. Κάθε ένας βγάζει και από ένα κομματάκι του τείχους.
Ποια είναι η παγίδα;
Ευχήσου εκείνος που θα τύχει να βγάλει το τελευταίο κομμάτι, να μην είναι αυτός που θα ευθύνεται για τη δημιουργία του επόμενου τείχους.

Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Τα ζόρια

Timing. Σε μια παρέα το timing θα ήταν αυτός ο μπάσταρδος που πάντα περνάει καλά. Όλοι ασχολούνται μαζί του. Λέει ο,τι σκέφτεται. Εκνευρίζει τους πάντες, αλλά η παρέα δεν υφίσταται χωρίς αυτόν. Μπορεί να σε κάνει να τον καψουρευτείς και μετά να σου πει "δεν είμαι σε φάση", ή να ζήσετε για πάντα μαζί ευτυχισμένοι. Το timing στη ζωή είναι το ζόρι. Το ζόρι που πολλές φορές το αποζητάς.

Α: - Γιατί αρνείσαι;
Β: - Δεν αρνούμαι. Επιβιώνω. Προσπαθώ να επιβιώσω τουλάχιστον.
Α: - Δεν έχεις το δικαίωμα να αρνείσαι.
Β: - Δεν έχεις το δικαίωμα να προσπαθείς να μου επιβληθείς.
Α: - Είδες που σήμερα είχε κρύο τελικά;
Β: - Μην αλλάζεις θέμα.
Α: - Δεν έχω μάθει να μου δίνονται.
Β: - Γιατί λες ψέμματα;
Α: - Ωραία. Με αγχώνει να μου δίνονται.
Β: - Πάλι ψέμματα.
Α: - Ωραία. Λατρεύω να μου δίνονται. Λατρεύω την ιδέα ότι μου δίνονται. Όχι αυτούς.
Β: - Είσαι ο πρώτος άνθρωπος που ξέρω που ερωτεύεται ιδέες.
Α: - Ερωτεύομαι την ιδέα του έρωτα. Ερωτεύομαι το ιδανικό που υπάρχει μόνο στον εγκέφαλό μου.
Β: - Και πώς μπορείς να συνυπάρχεις μαζί τους;
Α: - Εκείνοι μπορούν να κρατούν τις ιδέες μου ζωντανές.
Β: - Πως μπορείς να σου αρκούν;
Α: - Δεν μου αρκούν.
Β: - Πώς μπορείς;
Α: - Δεν μπορώ.
Β: - Γιατί αρνείσαι;
Α: - Δεν αρνούμαι. Επιβιώνω.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

Που πάνε οι μυρωδιές όταν φεύγουν;


 Η βαλίτσα μου ήταν γεμάτη μυρωδιές. Κάθε ρούχο μύριζε "μαμά". Μέχρι που τα φόρεσα, τα ξαναφόρεσα, και ήρθε η ώρα να παρέμβω. Να παρέμβω στις αναμνήσεις. Να πλύνω αυτή τη μυρωδιά. Να πλύνω αυτή την ανάμνηση. Και η μυρωδιά της "μαμάς" έφυγε. Ήρθε μια φθηνή μυρωδιά. Μια που φώναζε απομάκρυνση και ανεξαρτησία. 

 Μπαίνοντας στο νέο σπίτι, και όχι σπιτικό, εισέπνευσα την αύρα του. Αυτό το σπίτι μύριζε μοναξιά, δυσκολίες, παρόλα αυτά ενθουσιασμό και βιασύνη.  Με γοήτευσε η επιμονή αυτής της μυρωδιάς. Στο τέλος της μέρας, έμπαινα μέσα στο δωμάτιο , και μύριζα καταφύγιο. Δεν το επέλεξα, αλλά το ένιωθα. Περίμενα απ' την αρχή την ώρα της φυγής, αλλά αυτό το συναίσθημα ήταν σίγουρα μέσα στον πυρήνα των αναμνήσεων μου και δεν μπορούσα να ξεφύγω.
 Έκανε κρύο. Είχε όμως ήλιο. Μύρισα Άνοιξη. Ήταν Χειμώνας αλλά εγώ μύρισα για μια μικρή μοναδική στιγμή την Άνοιξη. Πήρα βαθιά ανάσα για ν' αντέξω το κρύο. Το κρύο που για μικρό χρονικό διάστημα το αποζητούσα και χαιρόμουν μυρίζοντας το καμένο ξύλο από το τζάκι. Μου είπε: "ο,τι σου λείπει, αυτό θα ζητάς, να το θυμάσαι, αντίο." Μα εγώ μύριζα για λίγο Άνοιξη και δεν με ένοιαζε. 
 Μπήκα στο θέατρο δέκα λεπτά αργοπορημένη, κουβαλώντας καφέ και νεύρα. Μύρισα το ξύλο της σκηνής και για μια στιγμή δεν με ένοιαζε. Από εκείνη τη στιγμή θα ήμουν κάποια άλλη και όφειλα να αφήσω πίσω την πραγματικότητα. Τι ανακούφιση. 
 Το καταφύγιο στο δωμάτιο του σπιτιού, παίρνει διαστάσεις και στη μυρωδιά των ανθρώπων. Ξέρω πως μυρίζει ο αδερφός μου, και επίσης ξέρω πώς μυρίζει ο "αδερφός" μου, και αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία. Οι άνθρωποι μου, τα καταφύγια μου, με στοιχειώνουν, με μαγεύουν, με ανακουφίζουν. Με κάνουν να νιώθω ασφάλεια. Και - ειλικρινά - η ασφάλεια μυρίζει καλύτερα απ' όλα τα συναισθήματα.

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

Ξέρεις τελικά τι είναι;


Ξέρεις τι είναι; Είναι ότι μέσα σε έναν νέο κόσμο με λέξεις, οι δικές μου ντρέπονται και φοβούνται και νιώθουν δέος και κομπλεξάρονται και αρνούνται. 
Είναι τόσα πολλά αυτά που έχουν να δουν και να ακούσουν 
που πιάνουν από το χέρι τον ορκισμένο τους εχθρό: την ησυχία. 

Η σαπίλα με τρέφει και μου συμπαραστέκεται κι εγώ την κοιτάω με απάθεια για ώρα στα μάτια. Σπάει πρώτη, γελάει. Εγώ ανέκφραστη στρέφω αλλού το βλέμμα μου. Πλάνο σε εκείνη - γέλιο. Πλάνο σε εμένα - κοιτάω έντονα τον τοίχο. Πλάνο σε εκείνη - με πλησιάζει και γίνεται ένα με εμένα: η σαπίλα. Προσπάθησε να μεταφράσεις τις σκέψεις μου σε πλάνα. Φρόντισε οι ηθοποιοί σου να μην χρησιμοποιήσουν ρεαλισμό. Κανένας ρεαλισμός δεν είναι σε θέση να αποτυπώσει την ενοποίηση της σαπίλας με τον άνθρωπο. Να' ναι σωματικό. Τόσο σωματικό που να σπάει το σώμα τους σε χίλια κομμάτια και να μην τους νοιάζει. Φρόντισε να είναι καλή η διανομή σου. Φρόντισε να έχουν όρεξη να δουλέψουν - εσένα. Φρόντισε να μην έχουν καλή άρθρωση ώστε οι θεατές να είναι απεγνωσμένοι. 
Φρόντισε να μην τους νοιάζει αυτό. Φρόντισε.... 
τι άλλο μένει πια να φροντίσεις αν όχι τον ίδιο σου τον εαυτό;


Ξέρεις τι είναι; Είναι ότι μέσα σε έναν νέο κόσμο με εικόνες, οι δικές μου αποχρωματίζονται και σκοτεινιάζουν και αλλοιώνονται και... αρνούνται.

Ξέρεις τι είναι; Είναι ότι μέσα σε έναν νέο κόσμο με κραυγές, οι δικές μου σωπαίνουν και κομπάζουν και βραχνιάζουν και... 

αρνούνται.

Ξέρεις τελικά τι είναι; Είναι ότι μέσα σε τόσους κόσμους ξέχασα να βρω τις λέξεις, τις εικόνες και τις κραυγές μου. 
Και τότε αρνούμαι εγώ η ίδια.