Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Πληγές

Με ρώτησες τι μπορεί να με πληγώσει. Δεν πρόλαβα καν να ξεκινήσω.

Γελάω και μόνο στη σκέψη της ποσότητας αυτών που μπορεί να με πληγώσουν.

Οι κοφτές ανάσες, η συνειδητοποίηση του χαμένου χρόνου, οι ενοχές, οι καταπιεσμένες πεταλούδες, η ανούσια κούραση, τα παγωμένα γέλια, η ανατολή όταν το βράδυ δεν ήταν αρκετό, η ανειλικρίνεια -όχι το ψέμα- η ανειλικρίνεια, το άδικο -αχ πόσο μπορεί να με πληγώσει το άδικο-, οι μιζέριες, οι ανούσιες αλλαγές, το χώρια -και σπανιότερα το μαζί-, το "κρίμα", οι απαγορεύσεις, οι πληγές άλλων.

Μπορώ να πληγωθώ και να επουλωθώ το επόμενο δευτερόλεπτο. Μπορώ να πληγωθώ και να μην επουλωθώ ποτέ. Μπορώ να πληγωθώ εσκεμμένα. Μπορώ να πληγωθώ χωρίς να το ξέρει κανείς. Μπορεί να με πληγώσει κάποιος που με μισεί. Μπορεί να με πληγώσει κάποιος που μ' αγαπά. Που είναι ερωτευμένος μαζί μου.

Μπορώ να πληγώσω κάποιον στην προσπάθεια μου να μην. Ναι, μπορώ.

Αποτελούμαστε από πληγές. Όλοι.
Στην προσπάθεια μας να φυλαχτούμε από τις επόμενες, σηκώνουμε τείχη, τείχη που δύσκολα προσεγγίζονται.
Ένας άνθρωπος δεν είναι αρκετός για αλλαγή.
Κι έτσι οι άνθρωποι χαραμίζονται. Κάθε ένας βγάζει και από ένα κομματάκι του τείχους.
Ποια είναι η παγίδα;
Ευχήσου εκείνος που θα τύχει να βγάλει το τελευταίο κομμάτι, να μην είναι αυτός που θα ευθύνεται για τη δημιουργία του επόμενου τείχους.

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Τα ζόρια

Timing. Σε μια παρέα το timing θα ήταν αυτός ο μπάσταρδος που πάντα περνάει καλά. Όλοι ασχολούνται μαζί του. Λέει ο,τι σκέφτεται. Εκνευρίζει τους πάντες, αλλά η παρέα δεν υφίσταται χωρίς αυτόν. Μπορεί να σε κάνει να τον καψουρευτείς και μετά να σου πει "δεν είμαι σε φάση", ή να ζήσετε για πάντα μαζί ευτυχισμένοι. Το timing στη ζωή είναι το ζόρι. Το ζόρι που πολλές φορές το αποζητάς.

Α: - Γιατί αρνείσαι;
Β: - Δεν αρνούμαι. Επιβιώνω. Προσπαθώ να επιβιώσω τουλάχιστον.
Α: - Δεν έχεις το δικαίωμα να αρνείσαι.
Β: - Δεν έχεις το δικαίωμα να προσπαθείς να μου επιβληθείς.
Α: - Είδες που σήμερα είχε κρύο τελικά;
Β: - Μην αλλάζεις θέμα.
Α: - Δεν έχω μάθει να μου δίνονται.
Β: - Γιατί λες ψέμματα;
Α: - Ωραία. Με αγχώνει να μου δίνονται.
Β: - Πάλι ψέμματα.
Α: - Ωραία. Λατρεύω να μου δίνονται. Λατρεύω την ιδέα ότι μου δίνονται. Όχι αυτούς.
Β: - Είσαι ο πρώτος άνθρωπος που ξέρω που ερωτεύεται ιδέες.
Α: - Ερωτεύομαι την ιδέα του έρωτα. Ερωτεύομαι το ιδανικό που υπάρχει μόνο στον εγκέφαλό μου.
Β: - Και πώς μπορείς να συνυπάρχεις μαζί τους;
Α: - Εκείνοι μπορούν να κρατούν τις ιδέες μου ζωντανές.
Β: - Πως μπορείς να σου αρκούν;
Α: - Δεν μου αρκούν.
Β: - Πώς μπορείς;
Α: - Δεν μπορώ.
Β: - Γιατί αρνείσαι;
Α: - Δεν αρνούμαι. Επιβιώνω.

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Που πάνε οι μυρωδιές όταν φεύγουν;


 Η βαλίτσα μου ήταν γεμάτη μυρωδιές. Κάθε ρούχο μύριζε "μαμά". Μέχρι που τα φόρεσα, τα ξαναφόρεσα, και ήρθε η ώρα να παρέμβω. Να παρέμβω στις αναμνήσεις. Να πλύνω αυτή τη μυρωδιά. Να πλύνω αυτή την ανάμνηση. Και η μυρωδιά της "μαμάς" έφυγε. Ήρθε μια φθηνή μυρωδιά. Μια που φώναζε απομάκρυνση και ανεξαρτησία. 

 Μπαίνοντας στο νέο σπίτι, και όχι σπιτικό, εισέπνευσα την αύρα του. Αυτό το σπίτι μύριζε μοναξιά, δυσκολίες, παρόλα αυτά ενθουσιασμό και βιασύνη.  Με γοήτευσε η επιμονή αυτής της μυρωδιάς. Στο τέλος της μέρας, έμπαινα μέσα στο δωμάτιο , και μύριζα καταφύγιο. Δεν το επέλεξα, αλλά το ένιωθα. Περίμενα απ' την αρχή την ώρα της φυγής, αλλά αυτό το συναίσθημα ήταν σίγουρα μέσα στον πυρήνα των αναμνήσεων μου και δεν μπορούσα να ξεφύγω.
 Έκανε κρύο. Είχε όμως ήλιο. Μύρισα Άνοιξη. Ήταν Χειμώνας αλλά εγώ μύρισα για μια μικρή μοναδική στιγμή την Άνοιξη. Πήρα βαθιά ανάσα για ν' αντέξω το κρύο. Το κρύο που για μικρό χρονικό διάστημα το αποζητούσα και χαιρόμουν μυρίζοντας το καμένο ξύλο από το τζάκι. Μου είπε: "ο,τι σου λείπει, αυτό θα ζητάς, να το θυμάσαι, αντίο." Μα εγώ μύριζα για λίγο Άνοιξη και δεν με ένοιαζε. 
 Μπήκα στο θέατρο δέκα λεπτά αργοπορημένη, κουβαλώντας καφέ και νεύρα. Μύρισα το ξύλο της σκηνής και για μια στιγμή δεν με ένοιαζε. Από εκείνη τη στιγμή θα ήμουν κάποια άλλη και όφειλα να αφήσω πίσω την πραγματικότητα. Τι ανακούφιση. 
 Το καταφύγιο στο δωμάτιο του σπιτιού, παίρνει διαστάσεις και στη μυρωδιά των ανθρώπων. Ξέρω πως μυρίζει ο αδερφός μου, και επίσης ξέρω πώς μυρίζει ο "αδερφός" μου, και αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία. Οι άνθρωποι μου, τα καταφύγια μου, με στοιχειώνουν, με μαγεύουν, με ανακουφίζουν. Με κάνουν να νιώθω ασφάλεια. Και - ειλικρινά - η ασφάλεια μυρίζει καλύτερα απ' όλα τα συναισθήματα.

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Ξέρεις τελικά τι είναι;


Ξέρεις τι είναι; Είναι ότι μέσα σε έναν νέο κόσμο με λέξεις, οι δικές μου ντρέπονται και φοβούνται και νιώθουν δέος και κομπλεξάρονται και αρνούνται. 
Είναι τόσα πολλά αυτά που έχουν να δουν και να ακούσουν 
που πιάνουν από το χέρι τον ορκισμένο τους εχθρό: την ησυχία. 

Η σαπίλα με τρέφει και μου συμπαραστέκεται κι εγώ την κοιτάω με απάθεια για ώρα στα μάτια. Σπάει πρώτη, γελάει. Εγώ ανέκφραστη στρέφω αλλού το βλέμμα μου. Πλάνο σε εκείνη - γέλιο. Πλάνο σε εμένα - κοιτάω έντονα τον τοίχο. Πλάνο σε εκείνη - με πλησιάζει και γίνεται ένα με εμένα: η σαπίλα. Προσπάθησε να μεταφράσεις τις σκέψεις μου σε πλάνα. Φρόντισε οι ηθοποιοί σου να μην χρησιμοποιήσουν ρεαλισμό. Κανένας ρεαλισμός δεν είναι σε θέση να αποτυπώσει την ενοποίηση της σαπίλας με τον άνθρωπο. Να' ναι σωματικό. Τόσο σωματικό που να σπάει το σώμα τους σε χίλια κομμάτια και να μην τους νοιάζει. Φρόντισε να είναι καλή η διανομή σου. Φρόντισε να έχουν όρεξη να δουλέψουν - εσένα. Φρόντισε να μην έχουν καλή άρθρωση ώστε οι θεατές να είναι απεγνωσμένοι. 
Φρόντισε να μην τους νοιάζει αυτό. Φρόντισε.... 
τι άλλο μένει πια να φροντίσεις αν όχι τον ίδιο σου τον εαυτό;


Ξέρεις τι είναι; Είναι ότι μέσα σε έναν νέο κόσμο με εικόνες, οι δικές μου αποχρωματίζονται και σκοτεινιάζουν και αλλοιώνονται και... αρνούνται.

Ξέρεις τι είναι; Είναι ότι μέσα σε έναν νέο κόσμο με κραυγές, οι δικές μου σωπαίνουν και κομπάζουν και βραχνιάζουν και... 

αρνούνται.

Ξέρεις τελικά τι είναι; Είναι ότι μέσα σε τόσους κόσμους ξέχασα να βρω τις λέξεις, τις εικόνες και τις κραυγές μου. 
Και τότε αρνούμαι εγώ η ίδια.

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Οι λαχτάρες

Έχουν υπάρξει τόσες στιγμές που επιθυμήσαμε κάτι με όλη μας την καρδιά. 
Το θελήσαμε, το ζητήσαμε, το δοξάσαμε.
Η μαγεία του πράγματος είναι ότι πότε - μα ποτέ - δεν το πήραμε στην ώρα του. 

Μέσα στις πρώτες αναμνήσεις μου, είναι οι πρώτες βαθιές μου λαχτάρες. 
Τότε που προσπαθούσα διακαώς να δω τι συμβαίνει από την άλλη μεριά του πάγκου, 
έξω στα μαγαζιά, μα το ύψος μου δεν μου το επέτρεπε. 
Τότε που ήθελα απεγνωσμένα εκείνους τους μαρκαδόρους, 
ενώ τους είχα ξανααγοράσει πριν ένα μήνα. 
Εκείνη τη φορά που έβαλα τα κλάματα ζητώντας από τον μπαμπά μου να ξαναδούμε στο καπάκι 
την ίδια ταινία στο σινεμά. Μου είπε "είναι ανούσιο, μόλις την είδαμε.
Εγώ όμως με την λογική μου απαντούσα "Μα τώρα ξέρουμε ότι μας άρεσε, 
αν δούμε μια καινούργια μπορεί να μην είναι καλή."

Αυτό που θέλω να πω, είναι πως όταν αυτές οι επιθυμίες ικανοποιήθηκαν 
εμείς δεν ήμασταν οι ίδιοι άνθρωποι. 
Και δεν ενθουσιαστήκαμε στον ίδιο βαθμό που κάποτε το λαχταρίσαμε. 
Είδαμε τι γίνεται πίσω από τον πάγκο, γίναμε τα πρότυπα μας και ταυτόχρονα τα καταρρίψαμε, ερωτευτήκαμε, κάναμε πως ερωτευτήκαμε, φιλήσαμε κάποιον, 
ξαναφιλήσαμε, προσπαθήσαμε, αποτύχαμε, επιτύχαμε. 

Όλες αυτές οι επιτεύξεις των ονείρων μας φέρουν με μαθηματική ακρίβεια εδώ που είμαστε τώρα.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο. Η λαχτάρα μας οδηγεί και εμείς τυφλοί την ακολουθούμε. 
Καμιά φορά, μπαίνει στο δρόμο η λογική και μας τα χαλάει. 
Αργά ή γρήγορα όμως επιστρέφουμε στο γνωστό μονοπάτι που ποτέ δεν είναι επισφαλές.
Η καρδιά λοιπόν, μπορεί αναλόγως τα κέφια της να σε ρίξει στα πατώματα ή
να σε εκτοξεύσει στα σύννεφα. Να σε αφήσει στη ρουτίνα σου ή
να σου δώσει την ευκαιρία για μια νέα αρχή.
Όταν στη δώσει κράτα την γερά, μη σου φύγει, και ζήσ'τη.



*Στην δική μου καλή αρχή θα πιω αυτή τη φορά.

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Τρομο - κρατία

Δεν έχω σπίτι να μείνω, δεν έχω μια πόρτα να μπαίνω και να βγαίνω. Μεγάλωσα περιμένοντας και ξέρω τι πάει να πει αναμονή. Μοιάζω με τους γύρω μου κι αυτό μας πληγώνει. 

Όταν κοίταζα τον ουρανό έβλεπα πότε μπλέ, πότε γκρι, μα ούτε μια φορά δεν είδα φόβο. Όταν σκίζαμε τους δρόμους πότε με ποδήλατο και πότε με αμάξι, ένιωθα ελευθερία, καμιά φορά ένιωθα πεταλούδες στο στομάχι από την ταχύτητα, μα ποτέ δεν ένιωσα φόβο. Την φορά που πήγα στο αεροδρόμιο ένιωθα ενθουσιασμό που θα πετάξω, λιγούρα βλέποντας τις σοκολάτες που πουλούσαν, μα ποτέ φόβο. Στο εμπορικό κέντρο ένιωθα σπάταλη, ένιωθα κούραση από το πολύ περπάτημα, αλλά ποτέ μου δεν ένιωσα φόβο. Μπαίνοντας στο μετρό, ένιωθα βαρεμάρα περιμένοντας, ένιωθα χαρά που εξερευνώ την πόλη μου, μα ούτε μια στιγμή δεν ένιωσα φόβο.

Πλέον νιώθω παντού φόβο.

Βλέπω παντού αίμα, νιώθω την ορμή των ανθρώπων που ήθελαν να ζήσουν. Βλέπω τα χαμόγελα τους, μου φωνάζουν να μη μείνω σπίτι. Τα γεγονότα όμως με κάνουν να μη θέλω να ξαναβγώ ποτέ. Τρομο - κρατία.  Όταν ο τρόμος παίρνει την εξουσία, δεν μπορείς να νιώσεις λιγούρα, ενθουσιασμό, ή βαρεμάρα, νιώθεις μόνο φόβο.

Και σου λένε "βούτα τη ζωή", "η ζωή είναι ωραία". Το ξέρω, το ξέρεις, το ξέρουμε, είναι όμορφη και μαγική, αλλά εκεί έξω μας την κλέβουν. Αν άλλη μια φορά ακούσω τη λέξη "θάνατος" και αντιδράσω σαν να ακούω "καλημέρα", θα κάνω εμετό.

Ο φόβος και ο θάνατος δεν είναι στο χέρι μας. Γι'αυτό και τους φοβόμαστε. Αλλά οι δρόμοι είναι όμορφοι, όπως και η ζωή. Και οι κλέφτες δεν θα σταματήσουν να την κλέβουν, αλλά τα καταφέρνουν ακόμα κι όταν εγώ δεν πάω για μπύρα σήμερα. Μου την κλέβουν λίγο λίγο.

Θέλω να νιώσω. Εύχομαι να νιώσω, κάτι άλλο πέρα από φόβο. Ελπίζω να νιώσω.

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Γράμμα οργής

Φτάσαμε και στη μέρα που απέρριψα εγώ -ΠΟΙΟΣ ΕΓΩ- μια υπερβολή συναισθήματος. Εγώ, που αν θα έπρεπε να αυτοχαρακτηριστώ θα έλεγα "Καλησπέρα, υπερβολικά συναισθήματα." Εγώ που το αναζητούσα σαν τη δόση μου. Εγώ που το δόξασα, το πήρα, το έδωσα, με αηδίασε, το αηδίασα κι εγώ η ίδια. Εγώ, που στις τελευταίες δέκα αράδες που έγραψα τώρα, χρησιμοποίησα εφτά φορές τη λέξη "εγώ". Οχτώ.

"Μεγαλώνεις." Αηδία. Προχθές ήμουν στην Αγία Παρασκευή και ενθουσιαζόμουν με τη Χαρά που κάνει ναργιλέ, χθες ήμουν στην Αργυρούπολη, έτρωγα, και ήμουν δεκατριών. Μετά από λίγο ακούσαμε αγκαλιά το "όταν έχω εσένα". Λίγα λεπτά αργότερα έκανες μια ρωγμή στην πόρτα σου επειδή σε εκνεύρισα. Και δεν ήταν μικρή, και δεν ήταν από τις στιγμές μου και δεν ήσουν εκεί. Μετά σταματήσαμε να μιλάμε. Και μετά ξαναμιλήσαμε. Μέσα σε ένα μισάωρο είχες μετακομίσει, δεν είχες αντέξει και είχες γυρίσει πίσω. Τελικά καταλήξαμε να κοπανάμε τα χέρια μας στο μάρμαρο όταν έπαιξε ο τρυγητής. Το κοριτσάκι που έπινε φραπουτσίνο κάραμελ με φουντούκι θα θαύμαζε τη μαλακισμένη που κατεβάζει τα κρασιά και βάζει τα κλάματα στο Θανάση. Η μαλακισμένη που κατεβάζει τα κρασιά, νιώθει πως κάτι του χρωστάει. Τότε μάθαινα πως να συνυπάρχω με τους ανθρώπους, τώρα απομακρύνομαι σταδιακά από αυτούς.

Δεν γουστάρω ρε παιδί μου, πώς να στο πω, να συνυπάρξω. Δεν ξέρω αν γούσταρα ποτέ. Το μόνο που ξέρω είναι ότι εκείνο το κοριτσάκι κάπως μου λείπει. Και ένας μεγάλος μου φόβος είναι μην λείπει και στους άλλους.