Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

R.I.P.

Χθες, κάποιοι αποφάσισαν να σκοτώσουν έναν άνθρωπο. Κάποιοι τον οδήγησαν στην άκρη ενός ψηλού κτηρίου και τον έριξαν στο κενό. Κάποιοι έκριναν ότι το να γεννηθείς διαφορετικός δεν υπάρχει σαν ενδεχόμενο. Κάποιοι αποφάσισαν ότι από το να υπάρχεις σε αυτόν τον κόσμο διαφορετικός από αυτούς, καλύτερο θα ήταν να μην υπάρχεις. Κι έτσι απλά οδήγησαν έναν άνθρωπο στο θάνατο. Του στέρησαν το δικαίωμα να αναπνέει, να αισθάνεται, να υπάρχει. Είχαν άλλοθι. Το πλέον πιο συνηθισμένο άλλοθι που κάποιοι ορίζουν ώστε να μπορούν να εκτοξεύουν τα βέλη τους προς το διαφορετικό. Να μπορούν να διασκορπίζουν μίσος και οργή. Να έχουν έστω εξιλαστήρια θύματα. Πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να κατακρίνουν ο,τι τους ξενίζει. Να κατακρίνουν ο,τι δε συνήθισαν ποτέ. Χθες, σκοτώθηκε ένας άνθρωπος σαν κι εσένα, με τη δικαιολογία, ότι ήταν ομοφυλόφιλος. Κι εσύ άνθρωπε, μισάνθρωπε, κοιτάς με μισό μάτι και πιστεύεις ότι έχεις κάνει πρόοδο που δε θα τους βρίσεις. Τους βγάζεις στο περιθώριο και νιώθεις φιλελεύθερος γιατί κανονικά "θα έπρεπε να τα ακούσουν". Να μπουν στο σωστό δρόμο. Ένα δρόμο που σου έδειξαν. Ένα δρόμο που σου λένε ότι οδηγεί στην κάθαρση. Αλλά ξέρεις κάτι μισάνθρωπε; Το λοξό σου βλέμμα, χθες, έριξε έναν άνθρωπο στο κενό. Η καλά καρφωμένη ταμπέλα σου ήταν η σπρωξιά που τον έκανε να πέσει. Που σε έκανε να πέσεις. Στο θάνατο δεν οδηγεί μόνο ένα διεστραμμένο μυαλό, οδηγεί κάθε είδος βίας, βλάκα. Κάτσε τώρα μπροστά στην καλή σου την τηλεόραση, δες τους που τον πετάνε στο κενό, πες "τον καημένο", κάνε το σταυρό σου και άλλαξε κανάλι. Δε σε νοιάζει. Έγινε μακριά. Δεν τον ήξερες. Δεν ήταν φίλος σου, ούτε συγγενής σου. Εγκλωβίσου μέσα στην ανέχεια, κι αυτή η ανέχεια κάποια μέρα θα σου χτυπήσει την πόρτα. Κοίτα με το λοξό σου βλέμμα από το ματάκι... και ανέβα στην ταράτσα.


Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

..πτώσεις

"Να σε πιάσω. Για αυτό είμαι στη ζωή σου. Για να σε πιάσω όταν πέσεις. Από πάντα ακροβατείς σε μια γέφυρα, στις άκρες αυτής, και νομίζεις ότι αυτό είναι ζωή. Πάντα ρισκάρεις, στραβοπατάς κι εγώ είμαι πάντα από κάτω κοιτώντας προσεκτικά τα βήματά σου. Και είσαι επιρρεπής, ρε γαμώτο, στο να πέσεις. Να πέσεις για οτιδήποτε, για οποιονδήποτε. Για μια ιδέα, για ένα χαμόγελο. Γιατί; Από μικρό κοριτσάκι. Αντιδραστικό μικρό κοριτσάκι. Κι ενώ έχεις υψοφοβία κρατάς ισορροπία σχεδόν μαγικά. Εγώ θα σε κοιτάω από χαμηλά και θα καμαρώνω για κάθε δευτερόλεπτο που περνάει και δεν στραβοπατάς, για κάθε δευτερόλεπτο που είσαι ζωντανή, γιατί με κάνεις περήφανο, γιατί κάνεις όσα δεν τόλμησα. Κι εκείνη δίπλα μου θα φοβάται για κάθε δευτερόλεπτο που είσαι εκεί πάνω και δεν κατεβαίνεις. που δεν περπατάς μέσα στα όρια της γέφυρας, που δεν παρατάς το αγύριστο κεφάλι εκεί πάνω, ή που δεν το ρίχνεις στο κενό χωρίς να προλάβεις να πέσεις.
Κι ενώ κι εκείνη κρυφοχαίρεται για' σένα δεν μπορεί να στο πει, αγάπη μου, γιατί δεν θα κατέβεις ποτέ. Και σε θέλει εδώ μαζί της. Οπότε κάθε φορά που εσύ τα καταφέρνεις εγώ θα σου κλείνω το μάτι για να συνεχίσεις, μην την ακούς που σου φωνάζει να κατέβεις. Γιατί παρόλο που ο ριψοκίνδυνος, αδιάλλακτος χαρακτήρας σου, μπορεί να σε ρίξει στο κενό, μπορεί επίσης να σε κρατάει πιο κοντά στα αστέρια. Αυτό δεν είναι που ζητούσες πάντα, ε; Μια θέση πιο κοντά στα αστέρια, και τις πτώσεις σου πότε πότε να σε ταρακουνάνε. Γιατί όπως όλοι σου μάθανε, "Γιατί να γλιτώσεις τον πόνο; Οι άνθρωποι δεν είμαστε φυγόπονοι, ίσα ίσα, τον κυνηγάμε κάποιες φορές." Όχι όσο εσύ σίγουρα. Εμείς θα σ' αγαπάμε από εδώ κάτω με τις αγκαλιές μας ανοιχτές έτοιμες να σε πιάσουν ανά πάσα στιγμή, αν αποφασίσεις όταν πέφτεις, να πέσεις προς το μέρος μας."




Ο ι κ ο γ έ ν ε ι α...

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

Κατα(φύγι)α.

Ότι κάποιος αποφάσισε ότι δεν είναι γι' αυτόν το σχολείο ή ότι δεν παίρνει τα γράμματα ή ότι είναι απλά γεννημένος ηθοποιός εμένα με έφερε στο σημείο να γράψω. Ότι πήγε σε μια σχολή υποκριτικής εμένα με φέρνει αντιμέτωπη με τις λεξούλες μου που είναι μαύρες και που τις έχω παραμελήσει υπερβολικά τελευταία. Οι γονείς μου, λοιπόν, πήγαν θέατρο ημέρα Πέμπτη και εγώ ήμουν ελεύθερη να βγω από τις εφτά μέχρι τη μία. Κι αφού έγινα επιλεκτική στις εξόδους μου, μετά από απαιτήσεις του κοινού, βγαίνω μόνο με άτομα που έχουν κάτι να μου δώσουν. Άλλοι τον κόσμο όλο και άλλοι την ικανοποίηση της ψευδαίσθησης ότι είμαι ακόμα δεκάξι. Οπότε η έξοδός μου στο "κάπου" στις δέκα, για άλλους θα μπορούσε να θεωρηθεί διέξοδος και για άλλους -όπως εγώ- τρόπος ζωής. Σημερινό θέμα, λοιπόν, μιας και οι γονείς μου γύρισαν σπίτι: τα καταφύγια.

"Είσαι το καταφύγιό μου, σε λατρεύω". Φτηνό, αν δεν το εννοείς. "Δεν έχω πια κάποιο καταφύγιο καρδιά μου, αυτό είναι πλήγμα". Ειλικρίνεια. Το εκτιμώ. Το αποδέχομαι. Με λυπεί.

Καταφύγια. Τόσο διαφορετικά για τον καθένα. Μια ταινία, ένα μάθημα θεάτρου, μιάμιση ώρα μπάσκετ, μια κουβέντα με τον αγαπημένο σου, μια παράσταση ημέρα Πέμπτη, ένα τραγούδι, ένα τραγούδισμά σου, μια ώρα διαβάζοντας το αγαπημένο σου βιβλίο με χωμένα τα πόδια στα νεογέννητα γατιά του γατιού σου, άρα και δικά σου.

Και δε είναι μόνο το ότι ζαλίζομαι γιατί στο "κάπου" η ρακή είναι "βέρα", όπως λες, κρητική. Είναι η στιγμή που βλέπω μόνο εσένα με το κεφάλι μου, είναι τόσο ανεκτίμητη, όπως μια συνάντηση με τη συνονόματη της ακατονόμαστης, σε ένα καμαρίνι, με μια φωτογραφική νίκον. Φαντάσου.

Γιατί οι δυο ξένοι, είναι δύσκολο να παρακολουθηθούν ξανά. Γιατί όταν τα καταφύγια "φέυγουν", κάθε τι γίνεται δύσκολο. Γιατί δεν τα παρατάω αυτή τη φορά. Γιατί νιώθω, νιώθω με όλη την έννοια της λέξης και κάθε μέρα μου είναι αρκετή για να βρω χρόνο να σ' αντικρίσω, να σου μιλήσω, να σε φιλήσω. Γιατί αν κάποιος καταλάβει, σημαίνει ότι διαβάζει τις λεξούλες και δεν με νοιάζει. Τον ευχαριστώ που με ευχαριστεί.

Σ' ευχαριστώ και συγνώμη. Πόσο μεγάλη νομίζεις ότι μπορεί να είναι η ζωή για να προλάβεις να τα πεις αυτά; Για όλα και για όλα.



Υ.Γ. Λεξούλες μου! Μου λείψατε. Πιο συχνά εδώ. Υπόσχομαι.


Τυπικό "καληνύχτα, σε λατρεύω" αλλά χαίρομαι και μέσα μου σου χαϊδεύω τα μαλλιά.

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

άρνηση

Ούτε που θυμάμαι την τελευταία φορά που έγραψα κάτι εδώ. 
Στις λεξούλες, που είναι μαύρες,
αλλά έχουν πάρει πολύχρωμες διαστάσεις στο μυαλό μου. 
"Τριγυρνάς στη θλίψη", μου λέει αινιγματικά και χαμογελαστά. 
Συμφωνώ και χαζοχαίρομαι με τον έπαινο και το κομπλιμέντο 
για τη γραφή μου. Παρόλα αυτά δε μπαίνω στη διαδικασία να γράψω. 
Όχι ρε, δε συγκινούμαι και δεν εμπνέομαι. 
Και τι είναι τέλος πάντων σε πρώτη μοίρα στη ζωή μου; 
Τι θέλω να είναι; Τι πρέπει να είναι; Τι είναι τελικά; 
Μια δειλή, θα απαντούσα αν με ρωτούσαν τι είμαι αυτή την περίοδο. 
Τα αντιμετωπίζω όλα "στο χαλαρό" επιτευδεμένα, 
ενώ ξέρω ότι θα'πρεπε να δίνω παραπάνω βαρύτητα 
σε κάποια απ'αυτά. 

Στο τέλος που θα μείνεις μόνος, θα κοιτάξεις τον καθρέφτη και θα πεις "και τώρα τι;"




...και τότε θα είναι πολύ αργά.

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

μπακ του μπέιζ

Θα μπορούσα να γράψω για τις φράουλες που τις λατρεύεις, ή για τις μεγάλες μπύρες που, ειλικρινά σε βαράνε, ή για το Ρέμο που χαροπαλεύει να με κρατήσει συναισθηματική, ή για τα δάκρυα που δε στεγνώνουν, ή για τα απελπιστικά, κλειστοφοβικά, πανάθλια Σαββατόβραδα που σου τονώνουν τις ήδη υπάρχουσες ανασφάλειες, ή για το συναίσθημα που αποκτάς όταν συνειδητοποιείς ότι είναι το τελευταίο Σαββατόβραδο του καλοκαιριού, ή για τη θύμηση των ανύπαρκτων διακοπών σου και την αηδία στα μάτια σου, ή για το μουσκεμένο μαξιλάρι μου, ή για την Αμελί που την άφησα στη μέση γιατί δεν άντεξα -ποιος; εγώ- ή για το θυμό μου, ή για τη λύπη μου, ή για την απελπισία μου.

Θα μπορούσα αλλά δε θα το κάνω. Και μιλώντας με ειλικρίνεια και από καρδιάς, αλήθεια δεν ξέρω για τι θέλω να γράψω. Γιατί θέλω να γράψω. Η ρουτίνα με κοιτάει από μακριά και μου κλείνει το μάτι όλο πονηριά και μένω ανέκφραστη να τη βρίζω από μέσα μου, ενώ θέλω τόσο να φωνάξω. Βρίζω τη ρουτίνα, βρίζω την ευκολία μου να δένομαι, βρίζω τους ενοχλητικά ντόμπρους ανθρώπους ενώ θα ήθελα να είμαι μια απ' αυτούς, βρίζω τον καπνό, βρίζω τη γαμημένη ηλικία μου, βρίζω και εμένα. Και δεν ξέρω πόση αγένεια ή πόση έλλειψη ευγένειας χρειάζεται για να τους δώσω να καταλάβουν ότι τα βαρέθηκα. Και δεν ξέρω αν είμαι ικανή να μπω στη ρουτίνα στη φάση που βρίσκομαι. Ω, έλα μην κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας, όλα μια ρουτίνα είναι. Ο,τι έχεις διστάσει/στραβομουτσουνιάσει/αγανακτήσει/βαρεθεί έστω για μια στιγμή να κάνεις θεωρείται ρουτίνα. Τέλος.

Θα μπω λοιπόν... θα το κάνω γιατί πρέπει μέχρι να πάρω τη "ζωούλα" στα χέρια μου και να τη ζήσω ποιητικά μέχρι αηδίας, σαν την Αμελί που χαραμίζεται. Και οι μπύρες πάντα θα είναι μεγάλες αλλά πάντα θα σε ξεπλένουν ώστε να μπορείς να ζήσεις εν λευκώ και να πας στη Μποφίλιου και να φωνάζεις είσαικιόλαςτριάντακιεντελώςκαθαρόοοοοοοοοοος. Α, επίσης, δεν είμαι καλά. Φιλάκια.


Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014

cookies' recipy

Μα τι ευτυχία μπορεί να κρύβεται σε δυό λόγια;
Σε δυό μάτια;
Σε μια συνειδητοποίηση της πραγματικότητας;
Η θλίψη των κειμένων μου πάει περίπατο...
Και πόσο χαίρομαι που τη διώχνω
και πόσο δεν τη θέλω πίσω!


..γιατί τα μπισκότα πάντα θα με χορταίνουν,
θα με γεμίζουν, θα μου αρέσουν. Γιατί το παγωτό ποτέ δε με έκανε να χορτάσω τόσο, ακόμα κι αν ποτέ δεν το έφαγα μέχρι την τελευταία κουταλιά. Μπισκότα. Τι ωραίο πράγμα...


Μονάχα θα σε κοιτάζω να χαμογελάς. Και το "για πάντα" πια δε θα με τρομάζει. Και ίσως η αυθυποβολή τελικά δεν είναι τόσο κακή ιδέα. Γιατί όλα ξεπερνιούνται, ακόμα και ένα προκαθορισμένο ηλίθιο τέλος.

μέχρι το τέλος.

Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

Κάποτε...

Ξυπνάς και είσαι εκεί. Σε εκείνο το δωμάτιο που έχεις περάσει όλα σου τα καλοκαίρια. Σε εκείνο το δωμάτιο που έχεις μάθει να μιλάς, να περπατάς, να αγαπάς, να υπομένεις και επιμένεις. Ανακάθεσαι στο κρεβάτι και προσπαθείς να σκεφτείς τι μέρα είναι, τι ώρα, αν πρέπει να ντυθείς για να ανέβεις πάνω στην αυλή, ή να βάλεις μαγιό για να κατέβεις για μπάνιο. Η καλημέρα έτοιμη πριν ακόμα προλάβεις να ανέβεις όλα τα σκαλιά. Το πρωινό έτοιμο κι αυτό γιατί "πώςθακάνειςμπάνιοβρεπαιδίμουμεγεμάτοστομάχι". Η θάλασσα εκνευριστικά αναμενόμενη. Βουτάς μετά από 3 λεπτά και 29 δευτερόλεπτα γιατί κρύωνες και φτάνεις στους άλλους. Με την κουβέντα και τα γέλια κολυμπάτε μαζί μέχρι τη σημαία. Και άντε τώρα τόσο δρόμο πίσω που έχεις και το κύμα κόντρα. Γκρινιάζεις γιατί θες να βγεις για ηλιοθεραπεία αλλά όπως πάντα λέει "μέσαστονερόμαυρίζειςπερισσότερο". Κάποτε τα παιχνίδια μέσα στο νερό έδιναν και έπαιρναν. Προσπάθησε να καταλάβεις ποιο τραγούδι λέω κάτω από την επιφάνεια του νερού και έλα να χορέψουμε τανγκό. Άσε τους μεγάλους έξω, έχουν την ομπρέλα. Με τα πολλά η απόφαση του γυρισμού θα παρθεί. Θα ανεβείτε νωχελικά την -πάντα στα μάτια του μικρού παιδιού που ήσουν- τεράστια ανηφόρα. Πάντα την ανέβαινες μαζί με τους έξι υπόλοιπους με τραγούδια και γέλια και φωνές. Η λεκάνη με το νερό έχει ζεσταθεί τόση ώρα που περίμενε στον ήλιο. Κάνεις μπάνιο βαρετά και γρήγορα. Παλιότερα οι λεκάνες ήταν τρεις και τα άτομα που έκαναν μπάνιο εφτά, αλλά τώρα που να χωρέσουμε όλοι μαζί "πουμεγάλωσανταπαιδιάκαιδενχωράμε". Αλλάζεις, βάζεις το air contition και ανεβαίνεις πάνω να φας. Κάνεις ησυχία μην ξυπνήσει η γιαγιά και ο παππούς. Κάποτε ντυνόσουν, ανέβαινες πάνω και οι φωνές αντηχούσαν σε όλη την περιοχή. Έντεκα τουλάχιστον άτομα στριμώχνονταν στο τραπέζι. Τώρα τρια άτομα κάνουν χώρο στη γωνίτσα για να φάνε στα βουβά. Πάμε τα πιάτα μέσα και κατεβαίνουμε κάτω. Ένας στο υπόγειο και δύο στο δωματιάκι, αφού μαλώσουμε πάλι για την τηλεόραση και αφού μου δώσει το pc ως αντάλλαγμα. Προσπαθείς να σε πάρει ο ύπνος αλλά μάταια. Περιμένεις τους άλλους να ξυπνήσουν. Κάποτε πήγαιναν πέντε στο υπόγειο και τέσσερις στο δωματιάκι. Και όσο κι αν δεν νύσταζες στο τέλος πάντα σε έπαιρνε ο ύπνος. Το απόγευμα στην αυλή μια ζωή. Έτσι και τώρα όλοι μπροστά στην τηλεόραση και εσύ αραχτή στην κούνια να κοιτάς ανιαρά το κουτί. Κάποτε κάθονταν τρεις στην κούνια. Τραγουδούσαν, έπαιζαν, έτρωγαν, γελούσαν. Τέσσερις στο τραπεζάκι. Δύο έπαιζαν μπάσκετ με τις ώρες στην κοντή μπασκέτα δίπλα στην κούνια. Δύο στις καρέκλες καμάρωναν για αυτή την οικογένεια που άφηναν πίσω τους. Τώρα το βράδυ νωρίς, οι δύο θα φύγουν και οι τρεις θα πάρουν το αμάξι και θα τρέχουν στους δρόμους, να το γυρίσουν το νησί. Εσύ θα κάθεσαι στο πίσω κάθισμα, θα σε φυσάει ο αέρας που θα μυρίζει αναμνήσεις. Όπως τότε που το βράδυ τελείωνε με πέντε κουτσούβελα που τους έπαιρνε ο ύπνος στις καρέκλες και στην κούνια και τους μετέφεραν στα κρεβάτια τους γελώντας οι γονείς τους, κι αυτοί -και οι τέσσερις- έμεναν κάτω να κάνουν στα κρυφά από ένα τσιγάρο. Και προσπαθείς όπως σε χτυπάει ο αέρας να σε πάρει ο ύπνος και να πας εκεί.

Ξυπνάς σε εκείνο το δωμάτιο. Δεν ξέρεις τι ώρα είναι και τι μέρα. Και οι μέρες επαναλαμβάνονται και το καλοκαίρι φεύγει. Φεύγει αυτό που δε μοιάζει καθόλου με όλα αυτά που πέρασες παιδί στο ίδιο μέρος. Και ο αέρας πάντα θα μυρίζει αναμνήσεις. Και εσύ θα είσαι πάντα πολύ μεγάλος για να μείνεις και πολύ μικρός για να ξεφύγεις.