Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

ατέλειες παντού

Είναι κάπως τρομακτικό αυτό που μεγαλώνουμε. Όχι, δεν εννοώ που γινόμαστε από 10, 16. Εννοώ ότι το μυαλό μας αρχίζει και παίρνει άλλες στροφές, αλλιώτικες. Συνειδητοποιούμε ότι "hello, αυτός ο κόσμος γύρω μας είναι γεμάτος ατέλειες".Ίσως μια από αυτές να είμαστε και εμείς οι ίδιοι. Κι έρχεται και μια ωραία πρωία που μας πέφτει το πρώτο χαστούκι, και βρισκόμαστε σε ένα απίστευτο σοκ τρόμου και πόνου. Ο πόνος του πρώτου χαστουκιού φεύγει, ο τρόμος μετριάζεται. Τα χαστούκια αρχίζουν και γίνονται μέρος της ζωής μας. Κι εμείς πάντα εκεί, παλεύουμε και προκαλούμε για ένα ακόμα χαστούκι. Κάτι ο εγωισμός, κάτι ότι μας αρέσει να εισπράττουμε και να δίνουμε αγάπη, κάτι που το θάρρος ακόμα μας περισσεύει, είμαστε εκεί και πλησιάζουμε απειλητικά το χέρι που μας χαστουκίζει. Αυτό το χέρι...

Και όπως μεγαλώνουμε, λοιπόν, και τρώμε τα ωραία μας τα χαστούκια αρχίζουμε και χάνουμε λίγο από το θάρρος μας, χάνουμε λίγο την εμπιστοσύνη μας στους ανθρώπους -αυτή την περιβόητη- αλλά το απόθεμα της αγάπης μέσα μας όλο και μεγαλώνει, μεγαλώνει, μεγαλώνει. Μέχρι που βρίσκουμε αυτό το άτομο που του αδειάζουμε όλο το απόθεμα. Προφανώς και πνίγεται, με αποτέλεσμα; Άλλο ένα χαστούκι!

Το απόθεμα της αγάπης που έχουμε να δώσουμε ποτέ δε στερεύει και μαζί του δε στερεύουν και τα χαστούκια. Υπάρχει όμως αυτή η μαγική πίστη που έχουμε στη ζωή και πάντα θα παλεύουμε, θα αντέχουμε κάθε χαστούκι, θα αγαπάμε από την αρχή και θα μαθαίνουμε από τα προηγούμενα λάθη. Θα υπάρξουν πολλά, θα ήταν αφύσικο να μην υπάρξουν. Εμείς καθορίζουμε πόσα χαστούκια θα δεχτούμε, πόσο θα τα αφήσουμε να μας επηρεάσουν, πώς και σε ποιους θα μοιράσουμε το απόθεμά μας.


p.s Χαστούκια, φιλιά και αστέρια. Αυτά πρέπει να πέφτουν.

Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

λίγο απ' όλα και κάτι παραπάνω

Μάτια παντού, με καθηλώνουν, με ανησυχούν, με μαγεύουν και με υπνωτίζουν. Άλλα με σκοτώνουν και άλλα τα σκοτώνω εγώ. Σε δύο λεπτά θα ξεράσω και σε τρία θα βάλω τα κλάματα γιατί αυτοί οι τέσσερις τοίχοι δε με αντέχουν και δεν τους αντέχω. Και μπορεί να τους αποχωρίζομαι αλλά δε παύω να τους βλέπω περισσότερο από όσο μπορώ και λιγότερο από όσο μπορούν εκείνοι. Τρέχω, τρέχω, τρέχω και όλα τα χαλάω την τελευταία στιγμή, όπως πάντα. Θα κοιτάξω τα πόδια μου να τα δω που αλλάζουν και θα προσπεράσω την εικόνα του αίματος στα παπούτσια μου. Αλλάζω, μένω ίδια και πολλά ακόμη ψυχωτικά πράγματα. Η "εύκολα προσαρμοζόμενη" σταμάτησε να επεξεργάζεται νέα δεδομένα γιατί έρχονται πολλά μαζί και θα αρχίσει να φτύνει μάτια και συμπεριφορές- μια δεν την ξέρετε. Μέχρι και τα τραγούδια Της πια δεν έχουν νόημα- όσο είχαν- και βγάζω άλλα δικά μου χωρίς ομοιοκαταληξία για να καλύψω το κενό.

"Προσδεθείτε. Σε 34.545.764 λεπτά φτάνουμε στον προορισμό μας. Μη βγάλετε τα γυαλιά σας και μην κοιτάτε το χαώδες γκρι πράγμα έξω από τον παράθυρο. Μην ξεράσετε πουθενά και μην ακουμπήσετε κανέναν. Μη φοβάστε το σκοτάδι, αφού κουνάει την ουρά του είναι φιλικό. Αν σας δαγκώσει το χέρι μείνετε ακίνητοι. Μην αναπνέετε μέχρι να επιβεβαιώσουμε ότι είστε όλοι ίδιοι. Σε 52 τέταρτα θα κάνουμε στάση σε ένα σύννεφο. Θα διαρκέσει όσο μια αστραπή. Έχετε 4 δευτερόλεπτα να κατεβείτε όσοι αλλάξατε γνώμη. 4, 3, 2, 1. Πάλι εσύ έμεινες; Δε βάζεις μυαλό τελικά. Άντε μπορείς να καπνίσεις, αλλά μη τριγυρνάς στο μυαλό κανενός μετά τις 10. Μην τρως, πίνε νερό με ζάχαρη και αλάτι για να αναπληρώσεις τους ηλεκτρολύτες. Καλό ταξίδι, μη σώσεις και επιβιώσεις. Καληνύχτα, όνειρα γλυκά σαν τη ζάχαρη στο νερό σου.
"

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

καλο[καίρι]...

Απρόσμενα τριήμερα, λιώσιμο στο κτελ, ζέστες, κιθάρες και τραγούδια γνώριμα, ρακέτες με τις ώρες, ξαφνικές βουτιές στη θάλασσα τα χαράματα, ύπνος στο καναπέ, ξαπλώστρες, καφέδες, λάδια με προστασία, φωτογραφίες τρελές, ποτά σε μπουκάλια, ποτά σε ποτήρια, σφηνάκια, εξηγήσεις σκόρπιες εδώ και κει, καστράκι και ταξί και βόλτες στην πόλη μέχρι το πρωί, ελευθερία.

Άδεια Αθήνα, παρέες με άτομα απρόσμενα που αποδείχθηκαν ακριβώς αυτό που έπρεπε, ίντερνετ, φεισμπουκ λιώσιμο, αιρ κοντισιον, βιβλία που δεν έμαθα ποτέ το τέλος τους, ηρεμία.

Επίσημες διακοπές, μπάνια κάθε μέρα, χαμομήλι στα μαλλιά, φαΐ-πολύ φαΐ, μπύρες, πορτοκαλάδες, καφέδες με εβαπορέ, αποχή από το φεισμπουκ, γυμναστική, μπασκέτες, καρφώματα, μελωδία και δίεση όλη μέρα, ξαφνικές αποφάσεις για βόλτα στη θάλασσα, ατέλειωτες διαδρομές με το αμάξι-μέχρι το πρωί, μηνύματα που δεν περιμένεις από ανθρώπους που τους νομίζεις "ξένους" πια, αν και τους ξέρεις καλά, δάκρυα χαράς και συγκίνησης, ιστορίες από παλιά, κοιτάγματα στα μάτια, σιγουριά.

Μπορεί να μη το έζησα μέχρι το τελευταίο ηλιοβασίλεμα, αλλά το χόρτασα αρκετά. Πήρα αυτά που χρειαζόμουν. Τώρα η ελευθερία, η ηρεμία και η σιγουριά μάλλον θα χαθούν, ή ίσως δε θα υπάρχουν συχνά. Τώρα η απόφαση να τρέξω με πλησιάζει απειλητικά και μένει μόνο ένα νεύμα του κεφαλιού, μια κουβέντα, για να παρθεί. Για να δούμε..



"Κλείνω τα μάτια και η θάλασσα είναι άδεια, τα καλοκαίρια μόνο ήξερα να ζωΤόσα φιλιά, τόσα νησιά, τόσα καράβια, πού είναι τώρα που τα θέλω να πιαστώ;"

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

ήταν ευτυχισμένη

Και μένει μόνη στην πόλη που λάτρεψε να μετράει αστέρια στον αυγουστιάτικο ουρανό.

Γύρισαν από τη δεξίωση και έτρεξε κατευθείαν στο δωμάτιο να ξεντυθεί. "Αμάν πια με τα στενά ρούχα και τα παπούτσια." Κάθε φορά το ίδιο έλεγε. Γιατί να μη διαλέξει κάτι πιο άνετο. Επειδή έπρεπε να είναι κομψή. Ο,τι και αν της κόστιζε αυτό. Έπρεπε να σταθεί στο ύψος της σαν "γυναίκα του άντρα της". Βαρύς ρόλος. Βαρύς και ανούσιος. Κάθε φορά. Πιο όμορφη από όλες. Το ψεύτικο χαμόγελο εφάρμοσε τέλεια στο πρόσωπό της που έλαμπε λόγω πρόσθετων καλλυντικών. Όλα πάνω της στην τρίχα. Ήταν πανέμορφη για όλους, εκτός από αυτόν. Όχι ότι δεν την έβρισκε όμορφη αλλά ποτέ δεν έδινε αρκετή σημασία σε εκείνη. Γιατί δεν τον ένοιαζε αν αυτός θα ενέκρινε την εμφάνισή της, αλλά οι υπόλοιποι.

Άνοιξε τα μάτια της στις 3.30 τα χαράματα. Νόμιζε ότι είχε ξημερώσει. Κοίταξε το ρολόι και απογοητεύτηκε. Ήξερε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ξανακοιμηθεί. Κατέβηκε την ξύλινη σκάλα και βρέθηκε στο μεγάλης πολυτελείας σαλόνι τους. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βγήκε έξω. Το φως του φεγγαριού καθρεφτιζόταν τόσο όμορφα στην πισίνα. Θα ήθελε τόσο πολύ να πάει να ξαπλώσει πάνω στο γκαζόν. Αλλά ήξερε πως αυτό δεν επιτρεπόταν. Ο κανόνας ήταν σαφής. Κανόνες. Παντού κανόνες. Δεν έπρεπε να ξαπλώσει στο γκαζόν δεν έπρεπε να βουτήξει όποτε της κατέβει με τα ρούχα στην πισίνα, δεν έπρεπε να βάλει άνετα παπούτσια στην εκδήλωση, δεν έπρεπε να είναι 4 η ώρα στην αυλή, δεν έπρεπε να μετρήσει τα αστέρια. Κι όμως είχε τόσο όμορφο ουρανό.. Δεν έπρεπε να κάνει πράγματα τα οποία θα συνέθεταν την ιδανική ζωή για εκείνη. Αποφάσεις αυθόρμητες, κανόνες στα σκουπίδια.

- Τι κάνεις τέτοια ώρα έξω μόνη σου; Τρελάθηκες; Έλα μέσα μη σε δουν και σε περάσουν για τρελή, είπε και ανέβηκε πάνω να συνεχίσει τον ύπνο του.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς να πάρει τίποτα μαζί της, άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Άφησε τον άντρα της να συνεχίσει τον ύπνο του, να ξυπνήσει το πρωί, να πάει στη δουλειά και να απολαύσει τη σιχαμερή του ρουτίνα που τόσο του ταίριαζε και τον ικανοποιούσε.

Πήγε στην πόλη της. Σε 4 ώρες είχε φτάσει. Περπατούσε ανάμεσα στον κόσμο χαμογελώντας. Έκανε ο,τι της ερχόταν στο κεφάλι το οποίο ήταν ικανό να σπάσει κάποιο κανόνα. Οι άνθρωποι σίγουρα την περνούσαν για τρελή αλλά ήταν ευτυχισμένη. Το βράδυ έφτασε και τη βρήκε στην παραλία να μετράει αστέρια περιμένοντας να βρει το δικό της -το πιο φωτεινό.


Και μένει μόνη στην πόλη που λάτρεψε να μετράει αστέρια στον αυγουστιάτικο ουρανό.

Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

Παγωμένα Δευτερόλεπτα

Είναι αυτά τα παγωμένα δευτερόλεπτα που είσαι στις κυλιόμενες και ακούς τον ήχο από το τρένο. Ενώ πρέπει να τρέξεις, να προλάβεις, να φτάσεις στον προορισμό σου, εσύ στέκεσαι εκεί -παγωμένος- λες και κάτι έχει καθηλώσει τα πόδια σου εκεί και δε σ' αφήνει να κουνήσεις ρούπι.

Η ζωή σου λοιπόν "φίλε μου", είναι μια διαδρομή στο μετρό. Κατεβαίνεις τις σκάλες μέχρι να ακούσεις τον ήχο του τρένου. Εκεί η απόφαση είναι δική σου. Είτε θα τρέξεις, είτε θα παραμείνεις εκεί. Το θέμα είναι πόσα τρένα αντέχεις να χάσεις; [...]

Με το που μπεις στο βαγόνι σου, τα πράγματα είναι απλά. Ή θα καθίσεις κάτω, ασφαλής, περιμένοντας καρτερικά να φτάσεις στον προορισμό σου, ή θα μείνεις όρθιος, παλεύοντας να μη χάσεις την ισορροπία σου στα απότομα φρεναρίσματα. Αφήνεται στη κρίση σου ποιος από τους δύο τρόπους είναι πιο συναρπαστικός.

Όσο περισσότερο αντέξεις μέσα στο τρένο, τόσο το καλύτερο για σένα. Όταν φτάσεις πρόσεχε. Πάρε το σωστό δρόμο να ανέβεις προς την έξοδο. Ακολούθησε το σωστό διάδρομο. Χρησιμοποίησε τις κυλιόμενες, ή τις κανονικές σκάλες. Καμιά φορά οι κυλιόμενες είναι χαλασμένες, έτσι κάνουν πιο εύκολη την απόφασή σου. Βγές στον αέρα ή στην άπνοια, στο σκοτάδι ή στο φως..
Δεν είναι στο χέρι σου αυτό; Κάνεις μεγάλο λάθος "φίλε" μου.

Το τρένο μου ήρθε για δεύτερη φορά. Λέω να τρέξω...

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Ο Πέτρος

Ανοίγει τα μάτια και κοιτάζει γύρω του. Οι εικόνες είναι διακεκομμένες η μια από την άλλη. Δεν κοιμάται, απλά είναι δύσκολο να τα κρατήσει ανοιχτά. Δεν θυμάται ακριβώς που είναι, θυμάται πώς νιώθει, πόσο ευτυχισμένος είναι, και πως η ζωή του μοιάζει ιδανική. Ιδανική μέχρι να σταματήσει να είναι υπό την επήρεια. Μέχρι η μέθη να αποτελεί παρελθόν. Μέθη, ανάλαφρη λέξη. Αυτοί με τους οποίους συναναστρεφόταν το ονόμαζαν "μαστούρα".
Τον ήξεραν. Ήξεραν ότι ο Πέτρος θα πληρώσει αδρά για λίγο ακόμα, κι άλλο λίγο. Μέχρι να τον καταπιεί ο ίδιος του ο εαυτός και να τον ξεράσει σε κάποιο απόμερο σοκάκι.


 Από μικρός φαινόταν διαφορετικός. Η δυσλεξία του δεν του επέτρεπε να ανήκει στην παρέα των "έξυπνων". Η εμφάνισή του δεν τον άφηνε να ενταχθεί στους "ωραίους". Το λέγειν και ο τσαμπουκάς του τον απομάκρυναν από τα "ήσυχα" παιδιά. Έτσι, λοιπόν, του έμενε ένας και μόνος δρόμος...

Η παρέα με τους "μάγκες"- τους αλήτες. Φαινομενικά πάντα. Δεν ήθελε να υποταχθεί σε κανέναν, δεν ήθελε να ανήκει πουθενά, αλλά η μοναξιά ήταν σκληρή στην ηλικία του. Έτσι μπήκε δειλά σε αυτόν τον δρόμο. Ένας δρόμος που δεν πήγαινε ευθεία. Δεν προχωρούσε όπως οι υπόλοιποι. Ήταν κατηφορικός. Όσο περνούσαν τα χρόνια αντί να προχωράει και να ανεβαίνει, τόσο διείσδυε σε έναν κόσμο άσχημο, άδικο, επικίνδυνο και άχρωμο. Τον κόσμο των ναρκωτικών.

Ξεκίνησε τη χρήση στα 16 του από αντίδραση. Από την ανάγκη να κοιτάξει τον ουρανό και να φωνάξει "Ε ψηλέ! Δε σε φοβάμαι!". Κι ούτε τον φοβήθηκε ποτέ γιατί αγνοούσε την παρουσία του. Όχι ότι ο ψηλός βοηθούσε τον Πέτρο να πιστέψει στην παρουσία Του. Λες και τον ξέχασε, τον πέταξε στη γη, σε ανθρώπους που δεν μπορούν να ονομαστούν γονείς, και τον άφησε στην μοίρα του. Μπορεί να έκανε ένα πείραμα για να δει τι θα έκαναν οι άνθρωποι χωρίς Αυτόν. Μπορεί τελικά ποτέ να μη βοήθησε κανέναν. Μπορεί ο καθένας μέσα του να πρεσβεύει μια αντίληψη και να πράττει ανάλογα.. νομίζοντας ότι όλα τα κάνει Αυτός. Μπορεί να μην υπάρχει καν. Το θέμα είναι ότι ο Πέτρος πάνω σε μια στιγμή αντίδρασης, αγανάκτησης και αδυναμίας κατέστρεψε τη ζωή του. Πήρε ένα μαχαίρι και έσκισε τη σάρκα του, κι ας νόμιζε πως απλά κάνει την πλάκα του για να αποδείξει κάτι -που δεν ήξερε τι- σε κάποιον -που δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του.

Χωρίς να το ξέρει, χωρίς να το θέλει...

Αυτό ήταν. Η αντίδραση έγινε συνήθεια, η συνήθεια έγινε εθισμός κι ο εθισμός έγινε το μαχαίρι..
Ο Πέτρος ζούσε "για λίγο ακόμα". "Ζούσε". Αν μπορούσε να ονομαστεί αυτό "ζωή". Το σώμα του είχε αμέτρητες ουλές από αποτυχημένα νταραβέρια μες τη νύχτα. Τα κόκαλά του φαίνονταν, δεν έτρωγε. Τα μάγουλά του είχαν εισχωρήσει τόσο βαθιά στο πρόσωπό του που ήταν σαν ζωντανός νεκρός. Ήταν βρώμικος. Είχε μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια γιατί είχε αντικαταστήσει τον ύπνο με τη χαλάρωση μετά τη χρήση. Δεν κοιμόταν. Δεν μιλούσε σε κανέναν. Δεν μπορούσε κάνεις να τον ονομάσει άνθρωπο. Οι μανάδες όταν περνούσαν από δίπλα του κρατούσαν πιο σφιχτά τα παιδιά τους γιατί φοβούνταν. Πολλές φορές τους έκλειναν και τα μάτια. Οι περαστικοί άλλαζαν δρόμο για να μην είναι δίπλα του. Οι αστυνομικοί τον συνελάμβαναν χωρίς λόγο, απλά και μόνο για την όψη του.
Ο Πέτρος ήταν ένα τίποτα και μες το τίποτα ζούσε το κάτι.

Όμως, όπως όλα στη ζωή γίνονται ξαφνικά, μια μέρα έγινε αυτό το "κάτι" που ο Πέτρος χρειαζόταν όσο τίποτα στη ζωή του. Καθώς καθόταν σε ένα απόμερο σοκάκι, ανήμπορος, ζαλισμένος και αποκομμένος από τον κόσμο πέρασε από μπροστά του μια κοπέλα. Αργοπορημένα σήκωσε τα μάτια να την κοιτάξει και τα έχασε. Όσο αποκομμένος και να ήταν δεν μπορούσε να μη γνωρίσει την Ελπίδα.

Η Ελπίδα ήταν μια κοπέλα που είχε γνωρίσει στο σχολείο. Ήταν η μόνη που του έδινε σημασία και άκουγε καμιά φορά τα προβλήματά του. Την είχε ερωτευτεί. Ήταν ακόμα ο παλιός Πέτρος. Ο "ανένταχτος". Που φώναζε στον ψηλό ότι δεν τον φοβάται, όχι τώρα που του φώναζε "φοβάμαι πολύ. Κάνε κάτι." Η Ελπίδα, λοιπόν, ήταν μια ηλιαχτίδα στη ζωή του. Μόλις την είδε η καρδιά του άρχιζε να χτυπάει πάλι κανονικά. Του θύμισε τις "ωραίες μέρες" που είχαν φύγει ανεπιστρεπτί. Ήταν μια ανάσα στη βουτιά που είχε κάνει με το κεφάλι.

Η Ελπίδα περνούσε κάθε μέρα την ίδια ώρα από το ίδιο μέρος. Ο Πέτρος ήταν πάντα εκεί, πίσω από το παγκάκι κρυμμένος και την κοίταζε. Ένιωθε λες και γιατρευόταν από αυτό που του έτρωγε τη ζωή τόσο καιρό. Ένιωθε ότι βρήκε έναν λόγο για να αντέξει λίγο ακόμα. Παρόλα αυτά η εξάρτηση του δεν τον άφηνε να απέχει τελείως. Μια μέρα αφού είχε πάρει "λίγο ακόμα" καθόταν στο παγκάκι και την περίμενε. Δεν άργησε πολύ. Ήταν εκεί μπροστά του και περνούσε το δρόμο.

Σηκώθηκε από το παγκάκι και προσπάθησε να περπατήσει. "Ελπίδα!" της φώναξε. Η Ελπίδα γύρισε και τα πράσινα μάτια της καρφώθηκαν πάνω του "Πέτρο;" "Ναι εγώ.." Ο Πέτρος είχε καιρό να νιώσει οποιοδήποτε συναίσθημα. Τα μάτια της του θύμισαν όλα αυτά που είχε ξεχάσει. Όλα αυτά που είχε αφήσει σε μια άλλη εποχή. Τον κοιτούσε με έκπληξη, χαρά, ανακούφιση, αλλά και λύπηση. Λύπηση. Πόση λύπηση είχε εισπράξει στη ζωή του... Εκείνη τη στιγμή λες και έκανε μια συμφωνία με τον εαυτό του. Να μην δεχτεί ποτέ ξανά κάποιο βλέμμα οίκτου. Η Ελπίδα έγινε, χωρίς καν να το συνειδητοποιήσει, η μόνη ελπίδα του. "Που χάθηκες; Έχεις αδυνατίσει. Δεν τρως; Που μένεις; Τι είναι αυτά τα σημάδια;" Δεν προλάβαινε καν να επεξεργάζεται τις ερωτήσεις. Υπήρξαν κάποια δευτερόλεπτα σιωπής. Ο Πέτρος άρχισε να νιώθει τις "παρενέργειες". Ήθελε απλά να φύγει. Δεν ήθελε η Ελπίδα του να τον δει σε άσχημη κατάσταση. "Μη χάνεσαι" της είπε βιαστικά. Τρέχοντας χάθηκε στο στενό. Δεν τον επηρέασαν οι φωνές της Ελπίδας. Πήγε σε μια γωνία και έκανε εμετό. Το είχε συνηθίσει. Δεν τον ενοχλούσε συνήθως. Όμως τώρα ήταν αλλιώς. Ένιωσε ότι συχαινόταν τον εαυτό του. Ήθελε να ξεχάσει κάθε τι που είχε κάνει στη ζωή του και να κοιτάζει τα πράσινα μάτια της κοπέλας που του θύμιζε πώς είναι να ζει κανείς.

Η Ελπίδα έκανε να φανεί τρεις μέρες. ο Πέτρος δεν έκανε χρήση. Υπέφερε απ' την στέρηση, αλλά ήθελε να είναι "εντάξει". Ήθελε όταν την ξαναδεί να την κοιτάξει στα μάτια χωρίς να ντρέπεται. Χωρίς να χρειαστεί να πάει σε κάποια απόμερη γωνία. Μετά από τρεις μέρες, ήταν εκεί. Με τα μαύρα γυαλιά της, περνούσε το δρόμο. Με βήμα γρήγορο. Σαν να ήθελε να πάει κάπου. Η καρδιά του Πέτρου άρχισε να χτυπάει γρήγορα. Είχε πολύ καιρό να το νιώσει. Κι όμως η Ελπίδα δεν πήγαινε κάπου. Δεν είχε κάποια δουλειά. Το γοργό της βήμα οδηγούσε σε αυτόν. "Νομίζω ότι έχουμε αφήσει κάτι στη μέση." Εκείνη τη μέρα ήταν συνέχεια μαζί. Ο Πέτρος της μίλησε. Της είπε πράγματα που δεν είχε πει σε κανέναν. Δεν της έκρυψε τίποτα. Εκείνη τον κοιτούσε πότε με συμπόνοια, πότε με έκπληξη, πότε με απελπισία και πότε με δάκρυα στα μάτια. Τις λίγες φορές που μίλησε εκείνη του είπε πράγματα που του έλεγε και τότε, στο σχολείο. Τότε που ο Πέτρος έμπαινε στο λούκι. Τότε δεν της έδινε σημασία. Τώρα όμως, που ήταν μέσα στο λούκι, τα λόγια της φάνταζαν στα αυτιά σαν πολλές διαφορετικές προκλήσεις. Την επόμενη μέρα ήταν πάλι μαζί. Και την παραεπόμενη. Ο Πέτρος περνούσε δύσκολα. Όταν ήταν μαζί της έδειχνε καλά. Πολύ καλά. Όταν έφευγε όμως... Όταν έφευγε, υπέφερε. Τα σύνδρομα στέρησης του προκαλούσαν πόνο. Πάρα πολύ πόνο. Τα βράδια του ήταν εξαντλητικά και απαίσια, σκοτεινά. Τα πρωινά του φώτιζαν. Σαν να έριχναν τα μάτια της όλο το φως του κόσμου πάνω στο πόνο του. Τόσο που μπορούσε να τον δει και να τον αντιμετωπίσει.

Ένα βράδυ ένιωθε ότι θα πεθάνει. Έτρεμε, ίδρωνε, δεν μπορούσε να κουνηθεί. Τον έπιαναν κρίσεις. Φώναζε μες στη μέση του δρόμου. Περίμενε το πρωί μήπως ξεχνιόταν ή γινόταν καλύτερα. Δεν είχε κοιμηθεί ούτε λεπτό και περίμενε την Ελπίδα του στο παγκάκι αποκαμωμένος. Φάνηκε απ' την άκρη του δρόμου. Μόλις την είδε του έφυγε ένα βάρος, αλλά ακόμα υπέφερε και δεν μπορούσε να περπατήσει. Σηκώθηκε. Η Ελπίδα πήγε να τον πλησιάσει αλλά αυτός δεν μπορούσε άλλο να σταθεί όρθιος. Τα πόδια του τον εγκατέλειπαν. Έπεσε στο δρόμο. Εκείνη έτρεξε να τον βοηθήσει. Ήταν από πάνω του και φώναζε για να τον συνεφέρει. Τότε έγινε το κακό. Τότε ο ψηλός δεν λυπήθηκε τον Πέτρο για ακόμα μια φορά. Ένας μαυροντυμένος άντρας ήρθε προς το μέρος τους. Ο Πέτρος, που στο μεταξύ συνήλθε, τον αναγνώρισε. Τραύλισε για μια στιγμή και φώναξε στην Ελπίδα "Φύγε!". Πριν προλάβει να τον ρωτήσει γιατί, η σφαίρα βρήκε στόχο. Αλλά μάλλον λάθος στόχο... Ποτάμι από αίματα έτρεχαν από την κοιλιά της Ελπίδας. Ο μαυροντυμένος έπιασε τον Πέτρο από το λαιμό και του είπε "Έχεις δύο μέρες προθεσμία. Μέχρι μεθαύριο θέλω τα λεφτά μου." Του έριξε μια κλωτσιά στην κοιλιά και έφυγε. Ο Πέτρος ήταν εκεί ανήμπορος, ακούνητος. Είχε μπροστά του νεκρή την Ελπίδα. Είχε μπροστά του "νεκρή" την ελπίδα. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ήθελε να πεθάνει. Δεν είχε λόγια. Είχε παραλύσει. Δεν καταλάβαινε. Δεν ζούσε.

Δεν ήθελε να ζει. Σηκώθηκε με δυσκολία. Σαν να τρελάθηκε. Άφησε την Ελπίδα πίσω του...

Έτρεχε στους δρόμους να βρει λεφτά να πάρει "λίγο ακόμα". Ή μάλλον αυτή τη φορά πολύ. Δανείστηκε χρήματα από κάτι παιδιά της νύχτας και μετά από μία ώρα τα είχε στα χέρια του.
Είχε στα χέρα του το "μαχαίρι" για ακόμη μία φορά.
Η διαδικασία πια γινόταν σε ελάχιστα λεπτά.
Αλλά αυτή η διαδικασία ήταν η τελευταία του...

Ανοίγει τα μάτια και κοιτάει γύρω του. Οι εικόνες είναι διακεκομμένες η μια από την άλλη. Δεν κοιμάται, απλά είναι δύσκολο να τα κρατήσει ανοιχτά. Δεν θυμάται ακριβώς που είναι, θυμάται πώς νιώθει, πόσο ευτυχισμένος είναι, και πως η ζωή του μοιάζει ιδανική.

Είναι ο Πέτρος, ο ανένταχτος.
Κλείνει τα μάτια και δεν τα ξανανοίγει ποτέ.
Πέθανε η Ελπίδα του εκείνο το βράδυ, πέθανε και εκείνος μαζί.


Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Μπαμ!

Το βρήκα. Κακή οπτική του κόσμου μου. Μπαμ!
Αυτό είναι. Τον ασχήμυνα χωρίς να το θέλω και χωρίς να το ξέρω.
Τον ασχήμυνα καιρό και το κατάλαβα τώρα.
Τα όμορφα δεν μένουν για πολύ στη μνήμη,
τα άσχημα δίνουν ζωντάνια.
Ζω μέχρι να έρθουν τα όμορφα και μετά πεθαίνω σιγά, αθόρυβα.

Πρέπει να αλλάξω τον τρόπο οπτικής μου.
Πρέπει να αλλάξω τον τρόπο οπτικής
Πρέπει να αλλάξω τον
Πρέπει να αλλάξω
Πρέπει να
Πρέπει να αλλάξω
Πρέπει να αλλάξω τον
Πρέπει να αλλάξω τον τρόπο
Πρέπει να αλλάξω τον τρόπο οπτικής
Πρέπει να αλλάξω τον τρόπο οπτικής μου.

Μπαμ!