Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

άρνηση

Ούτε που θυμάμαι την τελευταία φορά που έγραψα κάτι εδώ. 
Στις λεξούλες, που είναι μαύρες,
αλλά έχουν πάρει πολύχρωμες διαστάσεις στο μυαλό μου. 
"Τριγυρνάς στη θλίψη", μου λέει αινιγματικά και χαμογελαστά. 
Συμφωνώ και χαζοχαίρομαι με τον έπαινο και το κομπλιμέντο 
για τη γραφή μου. Παρόλα αυτά δε μπαίνω στη διαδικασία να γράψω. 
Όχι ρε, δε συγκινούμαι και δεν εμπνέομαι. 
Και τι είναι τέλος πάντων σε πρώτη μοίρα στη ζωή μου; 
Τι θέλω να είναι; Τι πρέπει να είναι; Τι είναι τελικά; 
Μια δειλή, θα απαντούσα αν με ρωτούσαν τι είμαι αυτή την περίοδο. 
Τα αντιμετωπίζω όλα "στο χαλαρό" επιτευδεμένα, 
ενώ ξέρω ότι θα'πρεπε να δίνω παραπάνω βαρύτητα 
σε κάποια απ'αυτά. 

Στο τέλος που θα μείνεις μόνος, θα κοιτάξεις τον καθρέφτη και θα πεις "και τώρα τι;"




...και τότε θα είναι πολύ αργά.

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

μπακ του μπέιζ

Θα μπορούσα να γράψω για τις φράουλες που τις λατρεύεις, ή για τις μεγάλες μπύρες που, ειλικρινά σε βαράνε, ή για το Ρέμο που χαροπαλεύει να με κρατήσει συναισθηματική, ή για τα δάκρυα που δε στεγνώνουν, ή για τα απελπιστικά, κλειστοφοβικά, πανάθλια Σαββατόβραδα που σου τονώνουν τις ήδη υπάρχουσες ανασφάλειες, ή για το συναίσθημα που αποκτάς όταν συνειδητοποιείς ότι είναι το τελευταίο Σαββατόβραδο του καλοκαιριού, ή για τη θύμηση των ανύπαρκτων διακοπών σου και την αηδία στα μάτια σου, ή για το μουσκεμένο μαξιλάρι μου, ή για την Αμελί που την άφησα στη μέση γιατί δεν άντεξα -ποιος; εγώ- ή για το θυμό μου, ή για τη λύπη μου, ή για την απελπισία μου.

Θα μπορούσα αλλά δε θα το κάνω. Και μιλώντας με ειλικρίνεια και από καρδιάς, αλήθεια δεν ξέρω για τι θέλω να γράψω. Γιατί θέλω να γράψω. Η ρουτίνα με κοιτάει από μακριά και μου κλείνει το μάτι όλο πονηριά και μένω ανέκφραστη να τη βρίζω από μέσα μου, ενώ θέλω τόσο να φωνάξω. Βρίζω τη ρουτίνα, βρίζω την ευκολία μου να δένομαι, βρίζω τους ενοχλητικά ντόμπρους ανθρώπους ενώ θα ήθελα να είμαι μια απ' αυτούς, βρίζω τον καπνό, βρίζω τη γαμημένη ηλικία μου, βρίζω και εμένα. Και δεν ξέρω πόση αγένεια ή πόση έλλειψη ευγένειας χρειάζεται για να τους δώσω να καταλάβουν ότι τα βαρέθηκα. Και δεν ξέρω αν είμαι ικανή να μπω στη ρουτίνα στη φάση που βρίσκομαι. Ω, έλα μην κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας, όλα μια ρουτίνα είναι. Ο,τι έχεις διστάσει/στραβομουτσουνιάσει/αγανακτήσει/βαρεθεί έστω για μια στιγμή να κάνεις θεωρείται ρουτίνα. Τέλος.

Θα μπω λοιπόν... θα το κάνω γιατί πρέπει μέχρι να πάρω τη "ζωούλα" στα χέρια μου και να τη ζήσω ποιητικά μέχρι αηδίας, σαν την Αμελί που χαραμίζεται. Και οι μπύρες πάντα θα είναι μεγάλες αλλά πάντα θα σε ξεπλένουν ώστε να μπορείς να ζήσεις εν λευκώ και να πας στη Μποφίλιου και να φωνάζεις είσαικιόλαςτριάντακιεντελώςκαθαρόοοοοοοοοοος. Α, επίσης, δεν είμαι καλά. Φιλάκια.


Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014

cookies' recipy

Μα τι ευτυχία μπορεί να κρύβεται σε δυό λόγια;
Σε δυό μάτια;
Σε μια συνειδητοποίηση της πραγματικότητας;
Η θλίψη των κειμένων μου πάει περίπατο...
Και πόσο χαίρομαι που τη διώχνω
και πόσο δεν τη θέλω πίσω!


..γιατί τα μπισκότα πάντα θα με χορταίνουν,
θα με γεμίζουν, θα μου αρέσουν. Γιατί το παγωτό ποτέ δε με έκανε να χορτάσω τόσο, ακόμα κι αν ποτέ δεν το έφαγα μέχρι την τελευταία κουταλιά. Μπισκότα. Τι ωραίο πράγμα...


Μονάχα θα σε κοιτάζω να χαμογελάς. Και το "για πάντα" πια δε θα με τρομάζει. Και ίσως η αυθυποβολή τελικά δεν είναι τόσο κακή ιδέα. Γιατί όλα ξεπερνιούνται, ακόμα και ένα προκαθορισμένο ηλίθιο τέλος.

μέχρι το τέλος.

Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

Κάποτε...

Ξυπνάς και είσαι εκεί. Σε εκείνο το δωμάτιο που έχεις περάσει όλα σου τα καλοκαίρια. Σε εκείνο το δωμάτιο που έχεις μάθει να μιλάς, να περπατάς, να αγαπάς, να υπομένεις και επιμένεις. Ανακάθεσαι στο κρεβάτι και προσπαθείς να σκεφτείς τι μέρα είναι, τι ώρα, αν πρέπει να ντυθείς για να ανέβεις πάνω στην αυλή, ή να βάλεις μαγιό για να κατέβεις για μπάνιο. Η καλημέρα έτοιμη πριν ακόμα προλάβεις να ανέβεις όλα τα σκαλιά. Το πρωινό έτοιμο κι αυτό γιατί "πώςθακάνειςμπάνιοβρεπαιδίμουμεγεμάτοστομάχι". Η θάλασσα εκνευριστικά αναμενόμενη. Βουτάς μετά από 3 λεπτά και 29 δευτερόλεπτα γιατί κρύωνες και φτάνεις στους άλλους. Με την κουβέντα και τα γέλια κολυμπάτε μαζί μέχρι τη σημαία. Και άντε τώρα τόσο δρόμο πίσω που έχεις και το κύμα κόντρα. Γκρινιάζεις γιατί θες να βγεις για ηλιοθεραπεία αλλά όπως πάντα λέει "μέσαστονερόμαυρίζειςπερισσότερο". Κάποτε τα παιχνίδια μέσα στο νερό έδιναν και έπαιρναν. Προσπάθησε να καταλάβεις ποιο τραγούδι λέω κάτω από την επιφάνεια του νερού και έλα να χορέψουμε τανγκό. Άσε τους μεγάλους έξω, έχουν την ομπρέλα. Με τα πολλά η απόφαση του γυρισμού θα παρθεί. Θα ανεβείτε νωχελικά την -πάντα στα μάτια του μικρού παιδιού που ήσουν- τεράστια ανηφόρα. Πάντα την ανέβαινες μαζί με τους έξι υπόλοιπους με τραγούδια και γέλια και φωνές. Η λεκάνη με το νερό έχει ζεσταθεί τόση ώρα που περίμενε στον ήλιο. Κάνεις μπάνιο βαρετά και γρήγορα. Παλιότερα οι λεκάνες ήταν τρεις και τα άτομα που έκαναν μπάνιο εφτά, αλλά τώρα που να χωρέσουμε όλοι μαζί "πουμεγάλωσανταπαιδιάκαιδενχωράμε". Αλλάζεις, βάζεις το air contition και ανεβαίνεις πάνω να φας. Κάνεις ησυχία μην ξυπνήσει η γιαγιά και ο παππούς. Κάποτε ντυνόσουν, ανέβαινες πάνω και οι φωνές αντηχούσαν σε όλη την περιοχή. Έντεκα τουλάχιστον άτομα στριμώχνονταν στο τραπέζι. Τώρα τρια άτομα κάνουν χώρο στη γωνίτσα για να φάνε στα βουβά. Πάμε τα πιάτα μέσα και κατεβαίνουμε κάτω. Ένας στο υπόγειο και δύο στο δωματιάκι, αφού μαλώσουμε πάλι για την τηλεόραση και αφού μου δώσει το pc ως αντάλλαγμα. Προσπαθείς να σε πάρει ο ύπνος αλλά μάταια. Περιμένεις τους άλλους να ξυπνήσουν. Κάποτε πήγαιναν πέντε στο υπόγειο και τέσσερις στο δωματιάκι. Και όσο κι αν δεν νύσταζες στο τέλος πάντα σε έπαιρνε ο ύπνος. Το απόγευμα στην αυλή μια ζωή. Έτσι και τώρα όλοι μπροστά στην τηλεόραση και εσύ αραχτή στην κούνια να κοιτάς ανιαρά το κουτί. Κάποτε κάθονταν τρεις στην κούνια. Τραγουδούσαν, έπαιζαν, έτρωγαν, γελούσαν. Τέσσερις στο τραπεζάκι. Δύο έπαιζαν μπάσκετ με τις ώρες στην κοντή μπασκέτα δίπλα στην κούνια. Δύο στις καρέκλες καμάρωναν για αυτή την οικογένεια που άφηναν πίσω τους. Τώρα το βράδυ νωρίς, οι δύο θα φύγουν και οι τρεις θα πάρουν το αμάξι και θα τρέχουν στους δρόμους, να το γυρίσουν το νησί. Εσύ θα κάθεσαι στο πίσω κάθισμα, θα σε φυσάει ο αέρας που θα μυρίζει αναμνήσεις. Όπως τότε που το βράδυ τελείωνε με πέντε κουτσούβελα που τους έπαιρνε ο ύπνος στις καρέκλες και στην κούνια και τους μετέφεραν στα κρεβάτια τους γελώντας οι γονείς τους, κι αυτοί -και οι τέσσερις- έμεναν κάτω να κάνουν στα κρυφά από ένα τσιγάρο. Και προσπαθείς όπως σε χτυπάει ο αέρας να σε πάρει ο ύπνος και να πας εκεί.

Ξυπνάς σε εκείνο το δωμάτιο. Δεν ξέρεις τι ώρα είναι και τι μέρα. Και οι μέρες επαναλαμβάνονται και το καλοκαίρι φεύγει. Φεύγει αυτό που δε μοιάζει καθόλου με όλα αυτά που πέρασες παιδί στο ίδιο μέρος. Και ο αέρας πάντα θα μυρίζει αναμνήσεις. Και εσύ θα είσαι πάντα πολύ μεγάλος για να μείνεις και πολύ μικρός για να ξεφύγεις.

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

ευθείες τεμνόμενες

Σε όλη τη -μέχρι τώρα- ζωή μoυ προσπαθώ να κάνω παραλληλισμούς. Να παραλληλίζω καταστάσεις, γεγονότα, συναισθήματα. Το μετρό - με τη ζωή. Τη θάλασσα - με τη ζωή. Μια σαραντάχρονη παντρεμένη μαμά, με εξωσυζυγικές σχέσεις - με την όρεξη μου για ζωή. Μια σαραντάχρονη, φαινομενικά χαρούμενη δασκάλα, με αρχές κατάθλιψης - με τον καλά κρυμμένο μου εαυτό. Έναν έφηβο που κατεβαίνει με τσουλήθρα τις σκάλες του μετρό για να προλάβει το τρένο - με τη βιασύνη μου στο να ζήσω πράγματα και καταστάσεις που θα μπορούσαν να περιμένουν. Έναν τύπο σε ένα αμάξι που σταματάει στην άκρη του δρόμου για να περάσεις απέναντι - με τον τρόπο που αντιμετωπίζω τις ευκαιρίες στη ζωή μου. Τους τσακωμούς και τις φωνές μέσα από ένα καλά κλεισμένο σπίτι - με τα κότσια και το θάρρος μου, τα οποία τα αφήνω κλεισμένα μέσα σε τέσσερις τοίχους. Τις τυχαία σχηματισμένες καρδούλες στο δρόμο - με την αγάπη στη ζωή μου. Τα πρόχειρα χαραγμένα αρχικά πάνω σε ένα δέντρο - με τις επιφανειακές μου σχέσεις. Τις πεταλούδες που πλησιάζουν στο φως ενώ ξέρουν ότι θα καούν - με τις υποτιθέμενες πεποιθήσεις μου. 

Παραλληλίζω τα πάντα. Νομίζω ότι θα με σώσουν από τις τρύπιες σκέψεις μου δυό ευθείες παράλληλες. Δυό ευθείες που δεν συναντιούνται ποτέ. Γιατί τρομάζω με την επαφή, κόντρα στο φαινομενικό εαυτό μου. Κάνω, όμως, λάθος. Δε χρειάζομαι ευθείες παράλληλες. Χρειάζομαι τεμνόμενες. Δυό ευθείες τεμνόμενες. Ίσως και παραπάνω από δύο. Να με αφυπνίσει η επαφή. Όμως το να αφήσω την ασφάλεια των παράλληλων ευθειών μου, θέλει προσπάθεια. Μια προσπάθεια που -τι ειρωνεία!- θα μπορούσα κι αυτή να την παραλληλίσω με κάτι. Με τα δάκρυα μια κόρης, κλεισμένης στο δωμάτιό της, μετά από έναν προβλέψιμο τσακωμό με τον πατέρα της. Μόλις τα δάκρυα στεγνώσουν, ίσως τότε δω κι εγώ τις ευθείες μου επιτέλους να τέμνονται.

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Θυσιάσου "άνθρωπε"

Θυσιάζεις και θυσιάζεσαι καθημερινά, άνθρωπε. Το κάνεις για να επιβιώσεις, να δικαιολογηθείς, να κλείσεις τα κενά του τρύπιου σου εαυτού. Λες ανούσιες εκφράσεις τύπου "είμαι εδώ για να δίνω", "αγαπάω απλά για να αγαπάω" και νομίζεις ότι καθάρισες. Περνάς το χρόνο σου περπατώντας σε ένα δρόμο που δε βγάζει πουθενά. Δεν έχει καν κάτι για να θαυμάσεις. Δεν έχεις ούτε μια δικαιολογία για να είσαι εκεί. Κι όμως είσαι τόσο δειλός που -εφόσον σε έβγαλε εκεί η ζωούλα- συνεχίζεις να περπατάς με σταθερό βήμα, σα να μη συμβαίνει τίποτα. Μην την υποτιμάς. Δεν δρα χωρίς να σκέφτεται κι αυτή. Είναι όλα καλά σχεδιασμένα γιατί η "ζωούλα" που τόσο την υποτιμάς, δεν έχει πάντα καλή πρόθεση. Αν έχεις τα κότσια κοίτα τη στα μάτια και φώναξέ της "Ε, εσύ! Κοίτα με. Φεύγω από αυτό το δρόμο. Ξέρω έναν πιο σύντομο." Τι θα σου κάνει; Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι ο επόμενος δρόμος που θα επιλέξει να είναι μακρύς και δύσβατος. Ποιός σου είπε όμως ότι πρέπει να τον υπομείνεις; Να μου πεις, πάντα θα φεύγεις; Ναι. Η φυγή που δείχνει ότι πρέπει να σε σέβονται, είναι πάντα η καλύτερη λύση.

Μην περιμένεις τα πράγματα να φτάσουν στο όριό τους. Το ποτήρι, πριν τη σταγόνα που το ξεχειλίζει, μοιάζει πάντα ιδανικό. Δεν είναι. Δεν πρέπει να προκαλείς την τύχη σου πάντα μέχρι να την ακούσεις να σε μαλώνει. Να σου μιλάει όλο το βράδυ για το πόσο σκατά τα έχεις κάνει στη ζωή σου. Ναι, η τύχη. Τα ξέρει όλα η τύχη σου. Ξέρει τι ρίσκα πήρες, τι προκλήσεις απέρριψες, ποιες αποφάσεις την ευνόησαν... Μπορεί να σου πει πολύ σκληρά λόγια. Λόγια που μόνο η καρδιά σου μπορούσε να τα πει. Μη φοβάσαι όμως, αυτή ποτέ δεν θα το κάνει. Φοβάται πιο πολύ απο'σενα γιατί παθαίνει εύκολα και συχνά ζημιά.

Θυσίασε και θυσιάσου άνθρωπε. Δώσε μέχρι και την τελευταία σταγόνα του ζωντανού σου εαυτού. Κάνε τις ζωές αυτών που αγαπάς πιο εύκολες. Όταν σταματήσεις να το κάνεις και δεις την ευτυχία σου σφαιρικά, εδώ θα είμαστε. Εδώ πάλι θα γράφεις τον πόνο σου. Γιατί άνθρωπε -εσύ κρυμμένε μου ηλίθιε εαυτέ- ακόμα και οι ανούσιοι δρόμοι κάποτε τελειώνουν. 

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

το μ(αν)τήλι

Σου γράφω από αλλού σήμερα, μόνιμε και παντοτινέ αναγνώστη μου. Σου γράφω από τη νέα μου ζωή. Την αποκαλώ "νέα" για να παρηγορηθώ. Μην νομίζεις ότι έκανα την αλλαγή και στράφηκα προς τα όνειρά μου. Μην πιστέψεις καν ότι τα έφτασα. Μην σκεφτείς ούτε για μια στιγμή ότι έγινα συγγραφέας και μετακόμισα σε εκείνο το νησί. Ακόμα εδώ είμαι. Στην Αθήνα. Την άλλοτε λατρεμένη, κι αν άλλοτε σιχαμερή. Την αποκαλώ "νέα" γιατί την ομόρφυνα, όσο παραμείνω υπό τους κανόνες της. Τους κανόνες που εγώ έθεσα, κάποιο βράδυ που δεν το θυμάμαι.

Που λες, καλέ μου φίλε, έφυγα. Αστείο, ε; Ναι μάζεψα δύναμη, πήρα κάτι πράγματα που είχα αφήσει στο δρόμο προς το μαγαζί, και έφυγα. Λίγη αξιοπρέπεια, παραπεταμένο κάπου το ανάστημά μου, παρακεί κάποια πιστεύω μου. Τα έβαλα όπως όπως στον καινούριο μου εαυτό και αναχώρησα. Δεν κούνησα καν μαντήλι. Δε γύρισα καν να κοιτάξω αν μου κουνούν. Τι νόημα έχει τελοσπάντων αυτό το ηλίθιο μαντήλι; Αν τόσο λυπάσαι και λυπούνται που φεύγεις, άστο σε αυτούς να σκουπίσουν τα δάκρυά τους. Τι το κουνάς; Τι να μας δείξεις; Ότι τους λησμόνησες ήδη; Ε, τότε κάτσε και φάε όλα τα σκατά τα οποία σε ανάγκασαν να φύγεις. Κι όπως έφευγα, που λες, και δεν κοιτούσα πίσω, έβριζα τη μοίρα μου. Έβριζα κι εμένα. Τα βρισίδια ήταν για την αργοπορία της υπόθεσης. "Πόσο το άργησα; Πόσο με έφαγε;"

Όμως, φιλαράκο μου, μη νομίζεις πως τα έκανα όλα αυτά με μόνο όπλο τη μαγκιά μου. Αν ήταν αυτό το θέμα, θα είχα φύγει μήνες πριν, χωρίς καν να έχω στο μυαλό μου την υπόνοια του μαντηλιού. Βρήκα πάτημα. Αμ, τι νόμιζες; Άλλοι μου' δώσανε τη δύναμη, κι ούτε τη ζήτησαν ποτέ πίσω. Η παρουσία τους στη ζωή μου, σαν να μου φώναζε ψιθυριστά στο μυαλό μου. Μου φώναζε πως είμαι δειλή. Μου φώναζε πως μάγκας δεν είναι αυτός που μένει κι υπομένει για πάντα. Αυτός είναι μαλάκας. Μάγκας είναι αυτός που αφήνει τη σιγουριά του, παίρνει τα παραπεταμένα πιστεύω του και την κάνει. Και την έκανα. Άφησα τη σιγουριά μου. Κορόιδεψα και λίγο τον εαυτό μου όμως, που με άφησα να πιστεύω ότι άφησα τη σιγουριά μου, και καμάρωνα. Μούφα ρε. Άφησα εκείνη τη σιγουριά μόλις συνειδητοποίησα πως με περιμένει μια άλλη, ίσως καλύτερη. Εντάξει δεν ήταν ακριβώς μαγκιά. Θα ήμουν όμως άξια της μοίρας μου αν ούτε τώρα έφευγα. Γιατί ναι, και πράγματα που δε θα έπρεπε θα υπομείνεις, και καταστάσεις που δεν σου αξίζουν θα παλέψεις για να έχεις αυτή τη "σιγουριά". Όταν όμως βρεθεί μια άλλη, αδοκίμαστη μεν - διαφορετική δε, θα είσαι άξιος της μοίρας σου αν δε φύγεις.

Όχι, αγαπημένε μου, δεν έφυγα ούτε με θριάμβους, ούτε με "ζήτω". Έφυγα σαν βρεγμένο γατί για να μη χρειαστεί να πω πουθενά τι υπέμεινα. Σιγά, θα μου πεις, τόσο χάλια ήταν; Ίσως όταν έφυγα κατάλαβα ότι ήταν περισσότερο από όσο νόμιζα. Τώρα όμως βγήκα στο φως. Στο φως που κατάφερε να με τραβήξει απ' το βούρκο. Η αποστολή μου είναι να μη σβήσει ποτέ. Και θα τα καταφέρω. Γιατί πλέον, βασικέ μου αναγνώστη και μη αναλώσιμε, είμαι σίγουρη για κάποια πράγματα στη ζωή μου. Κατάφερα να περιορίσω κάθε τι ανούσιο και να γεμίσω τις ώρες μου,τις μέρες μου, τους μήνες μου με στιγμές ξεχωριστές, πηγαίας ανακούφισης. Πλέον, μπορώ να λέω ότι είμαι καλά. Το μαντήλι είναι στο ντουλάπι. Ελπίζω να μη χρειαστεί να το βγάλω. Και τα πανικάκια, όσο πάνε και γίνονται πιο σπάνια. Κι όσο πιο σπάνια γίνονται, τόσο μπορώ να ανασαίνω κανονικά.

Υ.Γ. Βρες ποιος είσαι κι έλα να με συναντήσεις.