Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Στη μη λαχτάρα

Δεν εκτιμούσες τα ποιήματα.
Ούτε εγώ τα αγαπούσα. Θα' πρεπε.
Τώρα στο τέλος,
μόνο αυτά θα έμεναν,
να φωτίζουν τις σκοτεινότερες στιγμές μας.
Ευγενικά και απροκάλυπτα.
Τα καλύψαμε τα ποιήματα
που θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί.
Με χώμα, οργή και δάκρυα.
Κι ούτε που τα λαχταρίσαμε ποτέ.
Είχαμε το "τότε",
κι ούτε που σκεφτήκαμε τι θα συμβεί μόλις αυτό μας αφήσει.
Σκοτάδι.
Περάσαν οι μέρες. οι στιγμές, οι χαρές κι οι λύπες
και πέρασε χαραγμένο στο υποσυνείδητο,
εκείνο, το ανολοκλήρωτο.
Κι ούτε θελήσαμε να το εξερευνήσουμε
Να βρούμε, τα πώς και τα γιατί.
Γιατί πονάει.
Και το σκοτάδι βολεύει
Κρύβει απαγορευμένες εκφράσεις και συγκινήσεις.
Κρύβει τη φθορά.
Κρύβει τη λαχτάρα.

Στη μη λαχτάρα μας επ' άπειρον, λοιπόν...

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

Κάτι "παιδιά"

 Είναι αυτά τα "παιδιά" που είναι στην άκρη του δρόμου περιμένοντας σε. Προσέχοντας μην κάνεις λάθος, μην πέσεις, μην πληγωθείς και μην πληγώσεις. Τα αποκαλώ παιδιά γιατί έχουν όλα αυτά τα ανεκτίμητα χαρακτηριστικά που δημιουργούν ένα περίγραμμα από φως γύρω τους. Μπορεί να είναι στην ηλικία μου, μικρότερα, μεγαλύτερα ή και αρκετά μεγαλύτερα. Κι όμως ο όρος "παιδί" είναι ο κατάλληλος. Έχουν μια φρεσκάδα διάχυτη και οι λέξεις που γράφουν προς ή για εμένα λάμπουν. Με κάνουν να θέλω να τους ακολουθήσω. Λατρεύω τις ιδέες τους και τον τόνο της φωνής τους. Τους βλέπω έξω, γύρω από μικρά τραπεζάκια που κολλάνε επειδή τα ποτά τους χύθηκαν. Σε σινεμά στο κέντρο και τους έχω συνδέσει με το κόκκινο του βελούδου. Μέσα σε αίθουσες να προσπαθούν να μου ανοίξουν το μυαλό. Ή... και πουθενά.

Αυτούς απ' το "πουθενά", τους συναντώ πιο συχνά από όλους τους υπόλοιπους. Τους συναντώ στις πιο τρελές μου σκέψεις, σε πεντάλεπτες -γεμάτες νόημα- συζητήσεις, σε στιγμιαίες αποφάσεις. Είναι αυτοί που χωρίς να το ξέρουν μου έχουν μεταδώσει ισχυρά μαθήματα επιθυμίας και ζωής. Ανεξαρτησίας και ζωντάνιας. Τσαγανού και ελπίδας. Και τους ευχαριστώ. Και θα τους το χρωστάω.

Όλα αυτά τα "παιδιά" μου μοιάζουν και κυρίως τους μοιάζω. 'Εχουν διαμορφώσει το χαρακτήρα μου και δε σταματούν να το κάνουν.

Είναι κι αυτή η ανακούφιση, όταν έχεις κάποιον εκεί να λες που και που ένα κάτι/τίποτα/τα πάντα.

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

νιότη

 Ήμασταν λέει όλοι νέοι και χορεύαμε, πίναμε, φωνάζαμε, γλεντούσαμε και χαιρόμασταν. Ήρθε μετά κάτι στην πλάτη μας και μας βάραινε και δεν μπορούσαμε να χορέψουμε και τρίζαν οι αρθρώσεις μας από το βάρος και υποφέραμε. Ήταν ο χρόνος. 
 Και το τοπίο άλλαξε και οι τοίχοι έγιναν γκρι ποντικί. Η φθορά έκανε τ' αυτιά μας να βουίζουν. Τα κόκαλά μας έτρεμαν και μας φαινόταν αστείο. Το δέρμα μας ζάρωσε και λυπηθήκαμε. Τα βλέπαμε όλα σαν ένα ατέρμονο παιχνίδι. Επιλέξαμε να παίξουμε με τη ζωή και η τελευταία πίστα είναι η πιο δύσκολη κι αυτό μας εξιτάρει. 
 Πόσο μαγευτική είναι η νιότη γαμώτο; Πόσο ποιητικά μεθυστική; Πόσο δίκιο έχεις τελικά ότι δε με απασχολούν ακόμα τα θέματα απώλειας της νιότης; Τρέχει μέσα στα χέρια μας, ανάμεσα απ' τα δάχτυλά μας και τη σπαταλούμε με κάθε δυνατό τρόπο. Μέσα σε σκοτεινά στενάκια, ανάμεσα σε σοβαρές συζητήσεις, με τσιγάρα βαριά και φτερό την καρδιά, σε προβλεπόμενα βλέμματα, σε βιβλία και τετράδια και στυλό πολύχρωμα, σε αρρωστημένους έρωτες και πιεστικές αγκαλιές. 
 Δε φανταζόμασταν ότι τα μέρη που αγαπήσαμε, οι αίθουσες, οι δρόμοι, οι λερωμένοι καναπέδες, θα μας κοίταζαν κάποτε με ουδετερότητα και θα' ταν ο κόσμος μας τόσο οικείος και τόσο μη οικείος ταυτόχρονα. Σκέψου, δε σταθήκαμε ούτε μια στιγμή να σκεφτούμε το "μετά" της φουριόζικης νιότης μας. Μα τι σημαίνει νιότη; Μπορεί η παλιά κατάσταση να αντικαταστήθηκε από μια καινούρια, μια αλλιώτικη νιότη. Και μπορεί το αύριο που θα έρθει, και θα επισκιάσει αυτό που τώρα μας κάνει χαρούμενους, να είναι άλλη μια έκφανση της νιότης.
 Νιότη είναι το χαμόγελό σου όταν σε πειράζω, τα νεύρα πριν τον πρωινό καφέ, το "εγώ έχω δίκιο" ακόμα και μετά το καλημέρα, το "εγώ αυτόν θέλω" ανάμεσα στα αναφιλητά που σου προκάλεσε ο ίδιος, τα μεθυσμένα βλέμματα και οι εκμυστηρεύσεις φτιαγμένες από αλκοόλ και κότσια. Νιότη είναι και πιο απλά πράγματα. Το "δεν κρυώνω", "θα κάτσω όρθιος", "δε θα κοιμηθώ, σιγά", "τρέχουμε να το προλάβουμε;", "κράτα τσίλιες". Νιότη είναι τα αψυχολόγητα σ' αγαπάω, το "για πάντα", το μίσος και η συγχώρεση. Τα μάτια σου πάνω στα δικά μου και η αγκαλιά μας.  Αυτά είναι νιότη. Και μπορεί να μην έχω σκεφτεί το μετά αλλά η νιότη μου καίει τα σωθικά και μου δείχνει το δρόμο προς τον ουρανό και προς τον γκρεμό. Και την ακολουθώ με μανία. Ας με καταστρέψει. 
"Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, πώς θές να γίνουν όλα τα σκοτάδια φως;"

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

"παπαγαλίες"

'Εγώ τη διάβαζα τότε. Αυτή έγραφε. Μέχρι που μια μέρα σταμάτησε να γράφει. Έψαχνα τις λέξεις και τις μυρωδιές της. Πουθενά. Διάβαζα τις λέξεις που είχε γράψει παλιά και τις ρωτούσα μήπως ξέρουν που είναι οι καινούριες. Πουθενά. Σταμάτησα κι εγώ να ασχολούμαι μήπως δει το σύμπαν ότι κέρδισε και μου τις στείλει. Πουθενά.
 Μια μέρα έγραψε. Άργησα να το δω γιατί είχα κουραστεί να ψάχνω. Οι λέξεις της ήταν καταθλιπτικές. Όχι η όμορφη και γοητευτική θλίψη. Μια μιζέρια διάχυτη. Ήταν δανεισμένες οι λέξεις της. Από κάποιον μορφωμένο. Η φρεσκάδα της είχε πάει περίπατο. Τετριμμένες λέξεις. Λέξεις επιστήμονα. Λέξεις χιλιοφορεμένες. Σαν από σχολικό βιβλίο. Σαν από... σχολικό βιβλίο; Και τότε έμαθα. Είχε σταματήσει να γράφει. Διάβαζε. Για να γίνει μεγάλη και τρανή. Και τότε είπα πως άμα θέλει να γίνει μεγάλη και τρανή ας διαβάσει. Θα θυσιαστώ και δε θα προσμένω τις λέξεις της. Ή δε θα μου κακοφαίνονται οι καινούριες της λέξεις που είναι τετριμμένες. Γιατί μετά θα μάθει και οι λέξεις της θα είναι οι πιο όμορφες όλου του κόσμου. Γιατί από ο,τι μου έχουν πει οι λέξεις της, είναι σαφές ότι θέλει να γίνει συγγραφέας. Αλλά γιατί να χαραμίσει τις φωτεινές τις λέξεις για τις άλλες τις δανεισμένες; Και τότε έμαθα. Θα γινόταν κάτι άλλο, για να έχει λέει να φάει. Είπε χαρακτηριστικά "Τι θα τρώω; Τις λέξεις μου;" Και τότε οι λέξεις έκλαψαν γιατί είχαν καταλάβει. Τις πρόδωσε και φύγανε. Και μείνανε μόνο οι άλλες. Οι κρύες. Και τότε κατάλαβα και εγώ. Και είπα "Εφόσον επιθυμείς την εξασφάλιση της τροφής σου πράττεις με σύνεση αγαπητή μου." Για να καταλάβει. Και μου έφυγε ένα δάκρυ αλλά το σκούπισα γιατί ήθελα να είναι ευτυχισμένη.
 Ο καιρός πέρασε. Οι λέξεις της ξεθώριασαν. Κάποιος κάποτε μου είπε ότι τις κρατούσε στο μυαλό της γιατί τις μάθαινε "παπαγαλία". Κούνησα το κεφάλι μου γιατί δεν κατάλαβα. Αλλά της είχα εμπιστοσύνη. Οι λέξεις μου μαράζωσαν γιατί έκαναν παρέα με τις δικές της, και τους είχαν λείψει. Τη φαντάζονταν μεγάλη και τρανή και το έγραφαν σε τοίχους και παγκάκια. Φόρο τιμής σ' αυτή που τις ενέπνευσε.
 Τρίτη πρωί. Πέντε χρόνια μετά. Το μάτι μου δεν είχε ακόμα ανοίξει. Νιώθω μια παρουσία δίπλα μου. Χωρίς να γυρίσω να κοιτάξω παραγγέλνω τον καφέ μου. "Μια ειλικρινής καλημέρα θα σε βοηθούσε περισσότερο από την καφεΐνη. Μπορώ να σου προσφέρω είτε ένα χαμόγελο είτε ένα κεκάκι." Και τότε οι αναμνήσεις μου ούρλιαξαν και άρχισαν να τρέχουν μέσα στο κεφάλι μου και να φωνάζουν όλα τα κείμενα της δυνατά και να βάζουν φωτιά στις κρύες λέξεις και στις "παπαγαλίες". Οι λέξεις μου τρελάθηκαν και συγκλονίστηκαν και εμπνεύστηκαν. 
 Ήταν αυτή. Δεν είχαμε γνωριστεί ποτέ από κοντά. Ήξερα μόνο δύο βασικά πράγματα για αυτή. Πώς έμοιαζε και πώς έγραφε. Έγινε λοιπόν μεγάλη και τρανή; Για αυτό παράτησε τις λέξεις της; Για να μοιράζει τσάι και χαμόγελα; Και τότε έμαθα. Πήρε το πτυχίο της. Οι λέξεις μου καμάρωναν. Δε βρήκε όμως δουλειά. Οι λέξεις της όμως είχαν φύγει γιατί τις προσέβαλε, και ήθελε να τρώει, και οι λέξεις της ήταν τετριμμένες. Έδωσα και εγώ λοιπόν υπόσχεση ότι δε θα αφήσω τις λέξεις μου να πάθουν τίποτα, κι ότι πάντα αυτές θα διαλέγω. Ο χρόνος γέλασε... γιατί ήξερε. Και τότε έμαθα κι εγώ.

"Το χαμόγελο θα διαλέξω. Το κεκάκι φάτο εσύ. Μιας κι αυτός ήταν ο στόχος σου εξ αρχής. Καλημέρα."

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Αντίο

Και ξαφνικά είμαι εδώ με τις λεξούλες μου. Αντιμέτωπη, δε μπορώ να ξεφύγω. Και δε θέλω. Όλα είναι κύκλος. Τώρα το βλέπω ξεκάθαρα. Είμαι πάλι πίσω λοιπόν, στο φόβο για τα τέλη. Με γοητεύει πια. Πέρασε αρκετός χρόνος σιγουριάς και ο μ' εκδικείται ο ίδιος. Μ' εκδικείται η μοίρα μου. Ή η δικιά σου, δεν έχει σημασία. Είμαι εδώ, σαν να μην πέρασε μια μέρα, να ψάχνω κάτι δικό μου, κάτι πιο βαθύ από ο,τι αντέχω. Αδιάκοπα, αδιαμφισβήτητα, άφοβα. Πώς λέμε truly, madly, deeply; Που δε θα το ξαναπούμε βέβαια. Ε αυτό. Πώς λέγαμε "γιατί έχει μάθει πια το σώμα μου να καίγεται, μα απαγορεύεται"; Ε κι αυτό! Πόσα λέγαμε τελικά; [...]
"Φτάνει μόνο να πιστέψω κι εγώ." Μάλιστα. Αυτό είμαι. Ο,τι κι αν κάνω. Όσο αλλάζω, χρόνο χάνω. Λόγια περιττά. Συναισθήματα συγκεχυμένα. Κάτι πήγε λάθος αυτή τη χρονιά. Ο,τι μου έδωσε η προηγούμενη μου το πήρε αυτή, διπλά. Διακρίνω ένα φωτεινό μονοπάτι, μοναχικό βεβαία. Να μου πεις "όλα μοναχικά τα βλέπεις τώρα." Ε ναι, έχεις δίκιο. 68 + 1 λόγοι διακρίνονται ξεκάθαρα στο μυαλό μου και προσπαθώ να τους χαράξω κάπου εκεί μέσα να μου κάνουν παρέα. Το λεγόμενο τελευταίο φιλί, καταστροφή. Φρέσκια πληγή. Επούλωση. Ναι! Αυτό είναι που χρειάζομαι. Και μια καινούρια αρχή, μόλις ξεκουραστώ από το πιο καταστροφικό τέλος. Τελικά είναι πούστικα. Μόλις τα ξεχνάς, μπαμ! Εμφανίζονται.

Βουτιά με το κεφάλι σε ο,τι σε χαροποιεί. 
Η πλέον αξιόπιστη συμβουλή.
"Έναν περίπατο στο κέντρο το πολύ, 
καμιά φορά στη θάλασσα, ως εκεί."

Αντίο

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

μαλάκα Χ

Ας μιλήσουμε για' σένα κι ας σε ονομάσουμε Χ.
Ας δικαιολογήσουμε το όνομα σου 
με το γεγονός ότι δε βλέπω ξεκάθαρα το πρόσωπό σου. 
Τις εκφράσεις σου, τις ιδεολογίες και τις απόψεις σου. 
Τα ιδανικά σου, τα ναι και τα όχι σου. 
Δε βλέπω εσένα και κάθε φορά που σ'αναζητώ 
σε απεχθάνομαι και λίγο παραπάνω. 
Γιατί μου θυμίζεις τη γλοιώδη απάθεια. 
Και το να είσαι απαθής είναι το ίδιο εξευτελιστικό 
με το να είσαι παθητικός. 
Είσαι μια συμπαγής μάζα δε βλέπεις, 
δεν ακούς, δε μιλάς, δε χαμογελάς. 
Τι σκατά κάνεις; Όλα στα μέτρα σου. 
Στα σταθμά, στα κόμματα, στις τελείες και στις άνω τελείες σου. 
Δε μπορείς να ορίσεις τα όρια του εαυτού 
και προσπαθείς να κανονίσεις όρια ατελείωτα. 
Όρια αχανή. Μαλάκα Χ.
Φτύσε τουλάχιστον και την τεράστια γλώσσα σου
γιατί βαρέθηκα να ακούω τους ψιθύρους σου.
Κολλάνε στα γρανάζια του μυαλού μου και με τρελαίνουν.
Σε σιχαίνομαι.
Και όσο παίρνεις προσοχή Χειροτερεύεις.


ΜΕ ΤΟ Χ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. 

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Θα με βρω

Ήταν λέει πρωί με καφέ και πρωινή ξενέρα - επειδή ξημέρωσε και δεν είμαι ξαφνικά αυτή που θα ήθελα - και χτύπησε η πόρτα. Ήταν εκεί όλοι οι σημαντικοί άνθρωποι της ζωής μου. Μου λένε με μια φωνή "Ευάκι μου... που είσαι; Σε ψάχνω παντού."
Απειλούμαι. Πρέπει να απαντήσω.
"Μα εδώ ακριβώς είμαι. Εδώ που με άφησες."
"Δε σε βλέπω. Προχώρησες; Θα χαρώ πολύ για αυτό."
"Όχι ακριβώς. Έχασα για λίγο τον εαυτό μου τον τελευταίο καιρό αλλά δεν σε ξεχνώ."
"Δεν τον έχασες τον τελευταίο καιρό. Έχω έρθει και παλιότερα."
Απειλούμαι.
"Όχι εδώ ήμουν. Ξέρεις είχα κρυφτεί για να χωρέσω."
"Να χωρέσεις πού καρδιά μου;"
"Ε εδώ κι εκεί. Όπου με δεχτούν."
"Μα εσύ δεν ήσουν έτσι. Εμένα με χώραγες, δεν σε χώραγα. Σε ήθελα και σε απαιτούσα. Αν δεν σε ήθελα, δεν θα ήσουν εκεί. Ήσουν εκεί μόνο όταν το ήθελες και για όσο το άντεχες. Μικρό κορίτσι. Πόσο μικρό κορίτσι δεν φαινόσουν τότε! Τώρα σα να μίκρυνες. Μίκρυνες και δεν σου πάει. Έχει χαθεί η δύναμη της φωνής σου. Δεν φαίνεσαι καθόλου δυνατή και αναμασάς λόγια και πράξεις."
"Τώρα μίκρυνα για να χωράω. Η δύναμη της φωνής μου χάθηκε στην προσπάθειά μου να παίρνω ολοκληρωμένες ανάσες. Και αναμασάω για να γίνω παθητική. Γιατί η ενέργεια τους διώχνει τους ανθρώπους γλυκό μου..."
"Αν θες να είσαι παθητική, κοίτα τουλάχιστον να το γουστάρεις."
"Το γουστάρω. Κι ακόμα κι αν δε το γουστάρω όσο κάποτε, έχω χαραμίσει και θυσιάσει πολλά σε αυτό για να σου πω έτσι απλά ότι δεν το γουστάρω κι ότι με κουράζει ψυχικά."
"Το μυστικό είναι απλό. Μη θυσιάσεις άλλα. Λένε "να πηγαίνεις εκεί που τρέμουν τα πόδια σου". Όχι από φόβο. Όχι από τη ματωμένη σου καρδούλα, Όχι από λύπη γαμώ την πουτάνα μου, όσο κι αν χώρας μέσα σε αυτή."
"Μη βρίζεις."
"Μη προσπαθείς να χωρέσεις μάταια."
"Σου το έχω πει τόσες φορές να μη βρίζεις...."
"Μην κουμπώνεις στραβά σε αγκαλιές. Μετά δεν θα ξεκουμπώνεις."
"Μα δε θέλω να ξεκουμπώσω."
"Μα δεν μπορείς."