Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Θυσιάσου "άνθρωπε"

Θυσιάζεις και θυσιάζεσαι καθημερινά, άνθρωπε. Το κάνεις για να επιβιώσεις, να δικαιολογηθείς, να κλείσεις τα κενά του τρύπιου σου εαυτού. Λες ανούσιες εκφράσεις τύπου "είμαι εδώ για να δίνω", "αγαπάω απλά για να αγαπάω" και νομίζεις ότι καθάρισες. Περνάς το χρόνο σου περπατώντας σε ένα δρόμο που δε βγάζει πουθενά. Δεν έχει καν κάτι για να θαυμάσεις. Δεν έχεις ούτε μια δικαιολογία για να είσαι εκεί. Κι όμως είσαι τόσο δειλός που -εφόσον σε έβγαλε εκεί η ζωούλα- συνεχίζεις να περπατάς με σταθερό βήμα, σα να μη συμβαίνει τίποτα. Μην την υποτιμάς. Δεν δρα χωρίς να σκέφτεται κι αυτή. Είναι όλα καλά σχεδιασμένα γιατί η "ζωούλα" που τόσο την υποτιμάς, δεν έχει πάντα καλή πρόθεση. Αν έχεις τα κότσια κοίτα τη στα μάτια και φώναξέ της "Ε, εσύ! Κοίτα με. Φεύγω από αυτό το δρόμο. Ξέρω έναν πιο σύντομο." Τι θα σου κάνει; Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι ο επόμενος δρόμος που θα επιλέξει να είναι μακρύς και δύσβατος. Ποιός σου είπε όμως ότι πρέπει να τον υπομείνεις; Να μου πεις, πάντα θα φεύγεις; Ναι. Η φυγή που δείχνει ότι πρέπει να σε σέβονται, είναι πάντα η καλύτερη λύση.

Μην περιμένεις τα πράγματα να φτάσουν στο όριό τους. Το ποτήρι, πριν τη σταγόνα που το ξεχειλίζει, μοιάζει πάντα ιδανικό. Δεν είναι. Δεν πρέπει να προκαλείς την τύχη σου πάντα μέχρι να την ακούσεις να σε μαλώνει. Να σου μιλάει όλο το βράδυ για το πόσο σκατά τα έχεις κάνει στη ζωή σου. Ναι, η τύχη. Τα ξέρει όλα η τύχη σου. Ξέρει τι ρίσκα πήρες, τι προκλήσεις απέρριψες, ποιες αποφάσεις την ευνόησαν... Μπορεί να σου πει πολύ σκληρά λόγια. Λόγια που μόνο η καρδιά σου μπορούσε να τα πει. Μη φοβάσαι όμως, αυτή ποτέ δεν θα το κάνει. Φοβάται πιο πολύ απο'σενα γιατί παθαίνει εύκολα και συχνά ζημιά.

Θυσίασε και θυσιάσου άνθρωπε. Δώσε μέχρι και την τελευταία σταγόνα του ζωντανού σου εαυτού. Κάνε τις ζωές αυτών που αγαπάς πιο εύκολες. Όταν σταματήσεις να το κάνεις και δεις την ευτυχία σου σφαιρικά, εδώ θα είμαστε. Εδώ πάλι θα γράφεις τον πόνο σου. Γιατί άνθρωπε -εσύ κρυμμένε μου ηλίθιε εαυτέ- ακόμα και οι ανούσιοι δρόμοι κάποτε τελειώνουν. 

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

το μ(αν)τήλι

Σου γράφω από αλλού σήμερα, μόνιμε και παντοτινέ αναγνώστη μου. Σου γράφω από τη νέα μου ζωή. Την αποκαλώ "νέα" για να παρηγορηθώ. Μην νομίζεις ότι έκανα την αλλαγή και στράφηκα προς τα όνειρά μου. Μην πιστέψεις καν ότι τα έφτασα. Μην σκεφτείς ούτε για μια στιγμή ότι έγινα συγγραφέας και μετακόμισα σε εκείνο το νησί. Ακόμα εδώ είμαι. Στην Αθήνα. Την άλλοτε λατρεμένη, κι αν άλλοτε σιχαμερή. Την αποκαλώ "νέα" γιατί την ομόρφυνα, όσο παραμείνω υπό τους κανόνες της. Τους κανόνες που εγώ έθεσα, κάποιο βράδυ που δεν το θυμάμαι.

Που λες, καλέ μου φίλε, έφυγα. Αστείο, ε; Ναι μάζεψα δύναμη, πήρα κάτι πράγματα που είχα αφήσει στο δρόμο προς το μαγαζί, και έφυγα. Λίγη αξιοπρέπεια, παραπεταμένο κάπου το ανάστημά μου, παρακεί κάποια πιστεύω μου. Τα έβαλα όπως όπως στον καινούριο μου εαυτό και αναχώρησα. Δεν κούνησα καν μαντήλι. Δε γύρισα καν να κοιτάξω αν μου κουνούν. Τι νόημα έχει τελοσπάντων αυτό το ηλίθιο μαντήλι; Αν τόσο λυπάσαι και λυπούνται που φεύγεις, άστο σε αυτούς να σκουπίσουν τα δάκρυά τους. Τι το κουνάς; Τι να μας δείξεις; Ότι τους λησμόνησες ήδη; Ε, τότε κάτσε και φάε όλα τα σκατά τα οποία σε ανάγκασαν να φύγεις. Κι όπως έφευγα, που λες, και δεν κοιτούσα πίσω, έβριζα τη μοίρα μου. Έβριζα κι εμένα. Τα βρισίδια ήταν για την αργοπορία της υπόθεσης. "Πόσο το άργησα; Πόσο με έφαγε;"

Όμως, φιλαράκο μου, μη νομίζεις πως τα έκανα όλα αυτά με μόνο όπλο τη μαγκιά μου. Αν ήταν αυτό το θέμα, θα είχα φύγει μήνες πριν, χωρίς καν να έχω στο μυαλό μου την υπόνοια του μαντηλιού. Βρήκα πάτημα. Αμ, τι νόμιζες; Άλλοι μου' δώσανε τη δύναμη, κι ούτε τη ζήτησαν ποτέ πίσω. Η παρουσία τους στη ζωή μου, σαν να μου φώναζε ψιθυριστά στο μυαλό μου. Μου φώναζε πως είμαι δειλή. Μου φώναζε πως μάγκας δεν είναι αυτός που μένει κι υπομένει για πάντα. Αυτός είναι μαλάκας. Μάγκας είναι αυτός που αφήνει τη σιγουριά του, παίρνει τα παραπεταμένα πιστεύω του και την κάνει. Και την έκανα. Άφησα τη σιγουριά μου. Κορόιδεψα και λίγο τον εαυτό μου όμως, που με άφησα να πιστεύω ότι άφησα τη σιγουριά μου, και καμάρωνα. Μούφα ρε. Άφησα εκείνη τη σιγουριά μόλις συνειδητοποίησα πως με περιμένει μια άλλη, ίσως καλύτερη. Εντάξει δεν ήταν ακριβώς μαγκιά. Θα ήμουν όμως άξια της μοίρας μου αν ούτε τώρα έφευγα. Γιατί ναι, και πράγματα που δε θα έπρεπε θα υπομείνεις, και καταστάσεις που δεν σου αξίζουν θα παλέψεις για να έχεις αυτή τη "σιγουριά". Όταν όμως βρεθεί μια άλλη, αδοκίμαστη μεν - διαφορετική δε, θα είσαι άξιος της μοίρας σου αν δε φύγεις.

Όχι, αγαπημένε μου, δεν έφυγα ούτε με θριάμβους, ούτε με "ζήτω". Έφυγα σαν βρεγμένο γατί για να μη χρειαστεί να πω πουθενά τι υπέμεινα. Σιγά, θα μου πεις, τόσο χάλια ήταν; Ίσως όταν έφυγα κατάλαβα ότι ήταν περισσότερο από όσο νόμιζα. Τώρα όμως βγήκα στο φως. Στο φως που κατάφερε να με τραβήξει απ' το βούρκο. Η αποστολή μου είναι να μη σβήσει ποτέ. Και θα τα καταφέρω. Γιατί πλέον, βασικέ μου αναγνώστη και μη αναλώσιμε, είμαι σίγουρη για κάποια πράγματα στη ζωή μου. Κατάφερα να περιορίσω κάθε τι ανούσιο και να γεμίσω τις ώρες μου,τις μέρες μου, τους μήνες μου με στιγμές ξεχωριστές, πηγαίας ανακούφισης. Πλέον, μπορώ να λέω ότι είμαι καλά. Το μαντήλι είναι στο ντουλάπι. Ελπίζω να μη χρειαστεί να το βγάλω. Και τα πανικάκια, όσο πάνε και γίνονται πιο σπάνια. Κι όσο πιο σπάνια γίνονται, τόσο μπορώ να ανασαίνω κανονικά.

Υ.Γ. Βρες ποιος είσαι κι έλα να με συναντήσεις.

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Πιστέυω στο '14. Καληνύχτα

Ξημερώματα πρωτοχρονιάς. Σχεδόν μεθυσμένη, κάνω μια πρόβλεψη για το χρόνο που έρχεται και παράλληλα δίνω και μια υπόσχεση στον εαυτό μου. "Πιστεύω στο '14. Καληνύχτα." Τέσσερις μήνες και δέκα μέρες αργότερα έρχεται κάποιος να μου επιβεβαιώσει αυτή μου την πρόβλεψη - σχεδόν ευχή. Το καλύτερο δώρο γενεθλίων. Δεν θα μπορούσα να ζητήσω κάτι πιο όμορφο.

Είναι υπέροχο το συναίσθημα όταν έρχεται κάποιος απ' το πουθενά για να γίνει όλη σου η ζωή. Είναι υπέροχο, μοναδικό, πολύ τυχερό, απόλυτα αξιαγάπητο, τρομακτικά αξιοζήλευτο. Αξιοζήλευτο, ναι. Και θα μου πεις ότι δε θες να μαθευτεί, δε θες κανείς να καταλάβει το μέγεθος αυτής της αγάπης. Πριν λίγο καιρό θα σου έλεγα ότι έχεις δίκιο. Θα ήμουν η πρώτη που θα το "έκρυβε". Θα έφευγα σχεδόν κρυφά απ' το στενό σου και η αγκαλιά μου θα ήταν σύντομη και τρομαγμένη. Θα πήγαινα σπίτι, θα ανέβαζα το "όχι μαζί", απ' την ερμηνεία της Μποφίλιου φυσικά, και θα τραγουδούσα μαζί της "Δε θέλω να μας δούνε, μισώ το μάτι τους." Δε θα δημοσίευα τίποτα σε αυτό το blog γιατί ναι, πιστεύω στο κακό μάτι και στην αρνητική ενέργεια που κάποιος μπορεί να σου μεταφέρει.

Όμως τώρα όχι. Τώρα είναι αλλιώς. Τώρα μαζί σου δε φοβάμαι τίποτα. Εμείς μαζί είμαστε μπόμπα κέντα. Σπάμε τα πάντα. Η αρνητική τους ενέργεια είναι ασήμαντα φύλλα. Δε μας τρομάζουν, δε μας αγχώνουν. Για αυτό τώρα η αγκαλιά μου είναι δυνατή, σίγουρη. Φεύγω χαμογελαστή απ' το πάρκο και αν με κοιτάξει κάποιος στα μάτια μπορεί να διακρίνει μέχρι και το όνομά σου. Γυρίζω στο σπίτι και ανεβάζω το "πώς σου μοιάζει το φως." Το blog μου είναι χαραγμένο με την αγάπη μου για εσένα και την επιρροή που μου ασκείς.

Βλέπεις τη διαφορά; Η μπόμπα κέντα δεν σπάει. Είναι σαν να ενώνουμε τα φύλλα μας και να τους κερδίζουμε όλους. Ο μόνος "φόβος" που μπορεί να έχουμε είναι να μην μπορούμε πια να συνεργαστούμε για να τα ενώσουμε και να "βγούμε". Είδες τι μου έχεις κάνει; Μου έχεις βγάλει μια ευχή αληθινή και μου ΄χεις σώσει ένα χρόνο. Έχεις αλλάξει τη θεωρία μου για την αρνητική ενέργεια και τη ζήλια του κόσμου. Με έχεις κάνει να γλιτώσω από άσχημες καταστάσεις και να φύγω από άλλες που ήθελα από καιρό. Με έχεις κάνει να πιστέψω ξανά. Το λιγότερο που μπορώ να κάνω είναι να σου πω ένα τεράστιο ευχαριστώ. Ευχαριστώ για όλες εκείνες τις φορές... Και επειδή μπορώ πλέον, θα το φωνάζω. Θα φωνάζω ότι σ' ευχαριστώ κι ότι σ' αγαπάω. Επειδή πλέον μπορώ!

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

αυτόφωτη ύπαρξη

Χρώματα, τοπία, μυρωδιές, αισθήσεις, όλα ένα. Αυτό το ένα είναι κάτι που μου θυμίζει τη μορφή σου. Τη μορφή σου στην καλύτερη εκδοχή της. Τη μορφή σου όταν είσαι μαζί μου.


Μ' αρέσει όταν περπατάω στο δρόμο να κοιτάζω ευθεία, να βλέπω που θα πάω, που θα καταλήξω. Να λέω "το στενό που πρέπει να στρίψω, απέχει έξι στενά από εδώ, είναι τόσο μακριά". Μ' αρέσει
όταν φτάνω, να εκπλήσσομαι από το πόσο γρήγορα διένυσα την απόσταση. Μ' αρέσει να κοιτάζω πίσω μου και να βλέπω από πού ξεκίνησα. Ασυναίσθητα στο μυαλό μου έρχεται η διαδρομή προς το σπίτι σου.


Όλα αυτά που μου άρεσαν κάποτε, τώρα δεν έχουν κανένα νόημα. Όταν είμαι καθ'οδών, δεν κοιτάω πού θα φτάσω. Κοιτάω κάτω. Ξέρω ότι κάθε βήμα
με φέρνει πιο κοντά. Αν επιταχύνω, θα κερδίσουμε παραπάνω ώρα μαζί. Δεν κοιτάω πια πίσω, μου θυμίζει τη διαδρομή μου, όταν γυρίζω πίσω, όταν σ' έχω αφήσει ήδη στο πάρκο. Και πονάει. Ο δρόμος του γυρισμού.

Πάντοτε έπαιρνα μετρό.
Πλέον δεν παίρνω, γιατί δεν καταφέρνω ποτέ να σε αφήσω νωρίτερα για να πάω προς το δρόμο του μετρό. Συνεχίζω ευθεία μαζί σου. Όταν δω το πάρκο, ξέρω ότι ήρθε η ώρα του αποχωρισμού. Βασανιστικό. Ταυτόχρονα όμως... και η ώρα της αγκαλιάς! Η δύναμη για να περπατήσω προς το σπίτι μου. Δε θυμάμαι κανέναν "γυρισμό". Πάντα έχω στο μυαλό μου κάτι άλλο -τί άραγε- και η ώρα μέχρι να φτάσω κυλάει τρομακτικά γρήγορα.

Μ' αρέσει όταν μπαίνω στο facebook να κάνω κάποια πράγματα με τη σειρά. Πρώτα ειδοποιήσεις, μετά μηνύματα. Αν υπάρχουν πάνω από τρία μηνύματα, τότε τα ανοίγω πρώτα. Πλέον δεν τηρώ αυτή τη σειρά. Όσα μηνύματα, όσες ειδοποιήσεις κι αν υπάρχουν, βρίσκω το δικό σου όνομα για να σου στείλω μήνυμα. Οτιδήποτε.

Βλέπεις πώς αλλάζουν οι συνήθειες; Πάντα φοβόμουν τα τέλη. Τώρα -εξαιτίας σου- φοβάμαι τη φθορά, όσο τίποτα. Είναι αυτό, που το φως του ανθρώπου που σε τραβάει απ' το βούρκο είναι ατέλειωτο. Αυτόφωτο. Δε χρειάζεσαι άλλους για να πάρεις ενέργεια και φως. Κι όταν αυτό χάνεται, εγώ είμαι εκεί, να κάνω ο,τι περνάει απ' το χέρι μου για να σου δώσω πίσω τη λάμψη που τόσες φορές μου χάρισες. Θα είμαι πάντα εκεί να μοιραζόμαστε τις λάμψεις.. και τα σκοτάδια μας.

Υ.Γ. σ'αγαπάω.

Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

λοβ δε λάιφ γιου λιβ ρε

Αυτή η ανάρτηση άργησε μια ολόκληρη μέρα. Θα την έγραφα χθες το βράδυ, άλλα κάτι με κράτησε. Ίσως η κούρασή μου, άλλα πιο πολύ οι ενδοιασμοί μου. Θα μου πεις: γιατί ενδοιασμοί; "Είναι τα λόγια που θέλεις να πεις, μα φοβάσαι πως είναι νωρίς και λυπάσαι που πάλι το χρόνο χάνεις." Ίσως είναι νωρίς. Ίσως πάλι δεν είναι. Ίσως δεν πρέπει καν να σκέφτομαι έτσι. Δεν είναι ούτε νωρίς, ούτε αργά, είναι απλά ΤΩΡΑ! Κι αν δε το ζήσω τώρα η συνείδηση μου δε θα είναι καθαρή, κι όπως είπαμε: στο τέλος μένεις μόνο εσύ και η συνείδηση σου.

Είναι απλά αυτό, που για αρκετό καιρό νιώθεις χαμένος, άλλα όχι και έτοιμος για να βρεθείς. Επειδή ακριβώς δεν έχεις κάτι ή κάποιον να "περιμένεις", βουλιάζεις και οι άνθρωποι που είναι κοντά σου ίσως δε σε βλέπουν. Ίσως δε μπορούν να σε βοηθήσουν να βγεις απ' το βούρκο. Ίσως δε θέλουν κι όλας. Έτσι, μέρα με τη μέρα, πας και πιο βαθιά μη μπορώντας πια να διακρίνεις τον έξω κόσμο. Παρ' όλα αυτά, περιμένεις ένα φως. Ένα φως να σου θυμίσει πως κάπου εκεί έξω υπάρχει ζωή. Ένα φως να σε τραβήξει στην επιφάνεια. Το φως ξαφνικά και εντελώς αναπάντεχα... έρχεται. Η ανάσα σου επιστρέφει. Δε χρειάζεσαι βοήθεια από ειδικά σπρέι για να μη σε πιάνει πανικός και δεν πέφτεις μόνος σε διλήμματα.


Είναι σαν να σχεδιάζουν στο χέρι σου με κραγιόν μια καρδούλα στην οποία περιέχεται ένα αρχικό γράμμα. Στην αρχή είσαι τόσο χαρούμενος. Πάντα ήθελες να συμβεί αυτό. Μέχρι να φτάσεις όμως στο μετρό, τη βλέπεις να ξεθωριάζει. Για ένα περίεργο λόγο, όμως, είναι η πρώτη φορά που δε σκέφτεσαι το τέλος. Ούτε σαν ιδέα, ούτε σαν έννοια.


Σε αυτό το διάστημα, τα πιο όμορφα λόγια τα λες ή τα "δείχνεις" κάποιο απόγευμα, αφού έχεις κάνει κοιλιακούς απ' τα γέλια, σαν να λες "στην υγειά σου, άσπρο πάτο." Εκφράζεις συναισθήματα ανάμεσα σε νευρικά γέλια και κρατημένα δάκρυα. Αναλύεις βλέμματα κατά τη διάρκεια μιας ηθελημένης και πλήρως συνειδητοποιημένης κοπάνας και χαζεύεις εκφράσεις ανάμεσα σε παραγγελίες και χαμένες προπονήσεις. Και ανάμεσα σε αυτά τα καθημερινά, όλα πηγαίνουν... απλά σωστά. Ξαφνικά οι λέξεις επιστρέφουν στο κεφάλι σου και ο "μαλάκας" των προηγούμενων κειμένων δεν περνάει καν σαν σκέψη απ΄το μυαλό σου. Έτσι μπορείς να γράψεις σχεδόν όπως πριν.


Περίεργο πόσα μπορεί να προκαλέσει ένας άνθρωπος... (ναι, χαμογέλα!)Δεν έχει φτάσει καν το τέλος της αρχής. Όταν φτάσει πες το μου γλυκά, ένα βράδυ φεύγοντας απ' τον αρούκατο. Και εγώ θα πάω με μια περίεργη διάθεση -ούτε κακή, ούτε καλή- στο μετρό και θα περιμένω 10 λεπτά κοιτώντας το κενό και γελώντας μόνη μου.

Υ.Γ. Ευχαριστώ. Πολύ
Υ.Γ.2 \m/

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Δι εντ.

Σήμερα θέλω να γράψω. Θέλω ΤΟΣΟ πολύ να γράψω.

Αναθεώρησα για κάτι. Έχω αναφέρει και σε παλιότερη ανάρτηση πόσο πολύ μισώ τα τέλη. Προφανώς και ακόμα τα μισώ, δεν αναθεώρησα τόσο. Απλά για ακόμα μια φορά στη ζωή μου, συνειδητοποίησα κάτι, το οποίο αν το είχα σκεφτεί πριν από καιρό, θα γλίτωνα πολύ άσχημες καταστάσεις. Τα μισητά, λοιπόν, τέλη είναι μισητά μόνο πριν συμβούν. Τι εννοώ; Όλο το μίσος μου, προέρχεται από στιγμές πριν το τέλος. Και μόνο στη σκέψη ότι θα έρθει, ο πόνος είναι αφόρητος. Εξαναγκάζεις τον εαυτό σου να βιώσει "κάπως" τις τελευταίες στιγμές και χάνεις όλη την ουσία. Περνάς πολύ άσχημα. Προσπα

θείς να χορτάσεις ανθρώπους, μέρη, λόγια, συναισθήματα. Προσπαθείς να κρατήσεις όσα περισσότερα μπορείς και γίνεσαι κομμάτια γιατί ξέρεις ότι θα τελειώσουν. Όταν όμως έρχεται η στιγμή να τελειώσουν, απλά... το ζεις. Χωρίς πόνους, χωρίς υπεκφυγές. Χωρίς "κάτσε λίγο ακόμα να σε δω" ή κλάματα και ακατάλληλες λέξεις. Είναι σαν ένα τσιρότο. Ξέρεις ΠΟΣΟ θα πονέσεις όταν το τραβήξεις και το σκέφτεσαι ώρα μέχρι να βρεις το κουράγιο. Βάζεις τον εαυτό σου στη διαδικασία να "πονέσει" πολύ, για να είναι προετοιμασμένος για τον επικείμενο πόνο. Παίρνεις την απόφαση, το τραβάς... και απλά κενό. Ο πόνος ελάχιστος -αφού είχες προκαλέσει περισσότερο- και μια γλυκόπικρη ανακούφιση. "Αυτό ήταν;" Ε, ναι λοιπόν. Αυτό ήταν. Ήταν αυτό απ' την αρχή, απλά δεν είχες τα κότσια να το αντιμετωπίσεις. Για να γυρίσουμε στα απαίσια τέλη, τα σκεφτόμαστε πιο απαίσια από ο,τι ήδη είναι -ΠΟΣΟ ΠΙΑ;- κι έτσι πονάμε πολύ περισσότερο από όσο θα έπρεπε.


Το τέλος σου θα σε πονάει, μέχρι να έρθει η νέα αρχή. Και συνήθως η νέα αρχή... δεν αργεί.

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Η μέρα μου.

Τώρα που ξεκινάω να γράφω αυτή την ανάρτηση μένουν 25 λεπτά ακόμα για να λήξει η μέρα των γενεθλίων μου. Η μέρα μου. Μέχρι να την τελειώσω, μπορεί και να έχει αλλάξει η μέρα. Δεν με τρομάζει πια αυτό. Όσο κι αν είναι λυπηρό. Ήταν η μέρα μου. Με θυμήθηκαν άτομα που ήταν ξεχασμένα σε μια γωνιά της καρδιάς μου, άλλα άτομα μου υπενθύμισαν πόσο μ' αγαπούν, άλλα με καθησύχασαν και μου τόνισαν ότι μπορώ να νιώθω ασφαλής δίπλα τους. Κάποια άλλα μου έδειξαν γιατί δεν πρέπει να τα εμπιστεύομαι.

Ξαφνικά, όπως περπατάμε, γυρνάει, με κοιτάει στα μάτια και μου λέει "Οι αγάπες είναι σαν τον καπνό του τσιγάρο. Στην αρχή είναι πολύ πυκνός. Σιγά σιγά αρχίζει και διαλύεται. Μέχρι που εξαφανίζεται." Το σκέφτομαι για λίγη ώρα χωρίς να μιλήσω. Ακούω τη Μποφίλιου που παίζει στο κινητό και απαντάω: "Ο καπνός μπορεί φαινομενικά να εξαφανίζεται, όμως πηγαίνει προς το ταβάνι. Μένει εκεί και το ταβάνι κιτρινίζει. Πιστεύεις ότι έχει φύγει άλλα αν δεν το βάψεις, δεν ξεμπερδεύεις εύκολα. Είναι δική σου επιλογή το τι θα κάνεις." Με κοιτάει αινιγματικά. Το σκέφτεται. Δεν απαντάει. Φτάνουμε κάτω από το σπίτι. Καθόμαστε στα σκαλιά. Παίρνω μια βαθιά ανάσα κι αρχίζω να μιλάω. Λέω ότι οι καταστάσεις επαναλαμβάνονται. Έμμεσα. Επαναλαμβάνεται μια κατάσταση που εσύ παίρνεις τη θέση μου και εγώ την δική της. Ποιός το περίμενε; Εγώ τη δική της. Κι όμως. Έχουν περάσει 3 χρόνια κι εγώ είμαι πια εκείνη. Ο χαρακτήρας της, οι εκφράσεις της, οι απόψεις της, ακόμα και οι κακές της συνήθειες. Δουλειά μου είναι να συνεχίσω το έργο της. Το βάρος που μου μετέδωσε τότε και με έκανε διαφορετικό άνθρωπο, να το "δώσω" κι εγώ με τη σειρά μου σε ανθρώπους που αγαπάω. Όπως συγχώρεσε εκείνη, να συγχωρήσω κι εγώ και να με ελαφρύνω λίγο. Το βάρος δεν θα το αρνηθείς, θα το θεωρήσεις δώρο. Αυτό θα είναι το λάθος σου. Κι όμως εγώ θα είμαι εκεί, σε μια γωνιά, μέχρι να συνειδητοποιήσεις αυτό το λάθος. Μετά, θα σε αφήσω να πράττεις όπως εσύ θες. Όταν θα είμαι στις καλές μου, θα σου δίνω μερικές συμβουλές.

Φεύγω απ' το σπίτι σου, σχεδόν ζαλισμένη. Οι άνθρωποι περνάνε και με κοιτούν. Σαν να μου λένε "Τώρα φαίνεσαι 16. Χρόνια σου πολλά. Να περάσεις τέλεια σήμερα." Με προσπερνούν και δεν με ακούν που τους φωνάζω "ΜΗ ΦΕΥΓΕΙΣ. ΜΙΣΩ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΥΧΗ. ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΣΕ 2 ΩΡΕΣ. ΕΥΧΗΣΟΥ ΜΟΥ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ. ΕΥΧΗΣΟΥ ΜΟΥ ΝΑ ΒΡΩ ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΔΡΟΜΟ." Απομακρύνονται. Κοιτάω το φεγγάρι. Πιο φωτεινό απο ποτέ. Για μένα είναι εκεί. Είναι η μέρα μου. Δεν το λέω σε κανέναν γιατί ακούγεται εγωιστικό. Έχει σύννεφα. Και το πρωί είχε. Αλλά εγώ κοιτούσα τις ακτίνες του ήλιου. Πρέπει να κοιτάμε προς το φως. Κάνω κάτι που είχα καιρό να το κάνω. Προσπαθώ να βρω τα σχήματα που κάνουν τα σύννεφα. Ένα πρόσωπο βλέπω, λυπημένο. Τα μάτια του και το στόμα του είναι κενά που κάποιος αέρας τα έφτιαξε, απομακρύνοντας το ένα σύννεφο απ' το άλλο. Αρνούμαι να μείνω σε αυτό το πρόσωπο. Σε αυτή την έκφραση. Ψάχνω με μανία να βρω κάτι άλλο, δεν τα καταφέρνω. Προσέχω δύο αστέρια, που με λίγη φαντασία θα έμοιαζαν με μάτια. Μου μένει το χαμόγελο. Δεν το βρίσκω. Κλείνω το μάτια και το βλέπω μπροστά μου. Τα ανοίγω. Χαμογελάω. Σκύβω το κεφάλι κι ακόμα και στην άσφαλτο, βλέπω το χαμογέλο. Είναι όλες οι στιγμές που χαμογέλασα αληθινά αυτά τα 16 χρόνια. Φτάνω σπίτι.

Η μέρα μου έχει τελειώσει εδώ και 29 λεπτά. Όμως εγώ, με τη μαγική πίστη που έχω στη ζωή, χαμογελάω ακόμα. Βρίσκω το θάρρος να πω πράγματα που πάντα ήθελα να πω, κάνω τον δικό μου απολογισμό της χρονιάς, υπόσχομαι νίκες και φτιάχνω χαμόγελα. Σε ένα χαρτί, σε μια οθόνη, σε ένα πρόσωπο. Τι κι αν μένει ένας χρόνος για την επόμενη φορά; Εγώ πάντα θα κοιτάω την άσφαλτο και θα βλέπω το χαμόγελο με τα φωτεινά μάτια, έτσι κι αλλιώς... δικό μου είναι. :)