Πέμπτη 17 Αυγούστου 2023

χωρίς στίξη: η παρεξήγηση

 Εγώ έχω κάτι με τη στίξη θέλω δηλαδή να μη θέλω μακάρι κάποιος να μπορούσε να μου πει ότι το νόημα θα βγει. Δε θέλω κανέναν να χαιρετίσω από το Παρίσι δε θέλω να του πω τον μεγάλο μου έρωτα σε λέξεις κανένα χάσμα δε θέλω να γεφυρώσω με τρομάζουν οι γέφυρες. Αν πεθάνει όσο είμαι στο νησί τότε θα πιστέψω στα σίγουρα ότι είμαστε ποσά αντιστρόφως ανάλογα. Ξεθωριάζει αυτός όσο εγώ μαυρίζω από αυτόν τον ήλιο τον δικό του ήλιο. Σφίγγω τα δόντια μου στον ύπνο μου γιατί όσο έχω τα μάτια μου ανοιχτά σφίγγομαι να μη τα σφίξω συνεννοούνται τα δόντια μου μεταξύ τους "τα λέμε το βράδυ αγάπη μου" τι να τους πεις. Σταμάτησα να γράφω έγραφα λέει στον πόνο και μετά με βρήκε η ευτυχία που με έψαχνε και σταμάτησα λέει να γράφω τι μαλακίες. Με ξενυχτάει η ύπαρξή σου να θυμηθώ να ρωτήσω την Ειρήνη πώς σκατά σταματάς να ζεις ως προς. Με πονάς στα πνευμόνια να θυμηθώ να ρωτήσω την Ειρήνη πώς σταματάς να αφήνεις να μπαίνουν μέσα στα όργανά σου και μάλιστα στα μάτια καμιά φορά με τσούζεις μην ξεχάσω να ρωτήσω μέχρι πόσα λεφτά πρέπει να της δώσω για την ομορφιά, κοίτα που πληρώνω να βγεις από τα όργανα μου πληρώνω για να μη ζω ως προς, τα μάτια σου τι όμορφα. Άλλο ήθελα να πω α ναι η στίξη σέρνει μακριά μου την παρεξήγηση αλλά να σου πω κάτι; Έζησα μακριά της λέω να την πλησιάσω μου φαίνεται θα είναι πιο ξεκούραστο. Της παρεξήγησης. Μπορεί να συρθεί μακριά κανένας άλλος για παράδειγμα η Ειρήνη.

Τρίτη 26 Απριλίου 2022

Η τιμωρία

 2:08. Υπόγειο. Αυτή η νύχτα μένει.


Δε θα ήθελα να ζω σε εκείνη την εποχή. Θα ήθελα μόνο να παίξω σ'αυτή την ταινία.

Διάβασα το τελευταίο, μετά από δύο χρόνια. Ζούσαμε την ποίηση που μου αρέσει να διαβάζω. Ακόμα τη ζούμε. Απλώς χωριστά.

Αλλαγή ενότητας. Ψάχνω την ποίηση μέσα σου, αλλά τη δημιουργείς μόνο στους αποδεκτούς - για σένα - αποδέκτες. Επιλεκτικά ποιητική. Εσύ. Θέλω να πω τα μάτια σου. Σωπαίνω. 

Αλλαγή ενότητας. Εσύ. Αύγουστος. We need a closure. Λευκό κρύο κρασί. Φαντάζομαι ήδη τη μυρωδιά. Τσιγάρο, έκτο ποτήρι κρασί, ζεστή ανάσα και το άρωμα. Το άρωμα. Δε θα θυμάσαι. Δε θα σου θυμίσω.

Αλλαγή ενότητας. Εσύ γαμιέσαι. Τυχαίνει όσο το κάνεις να είσαι ειλικρινής. Κρυφά το εκτιμώ, αλλά δε θα το μάθεις ποτέ. Γιατί γαμιέσαι.

Πίσω σε εσένα. Με συγκίνησε ο τρόπος που μιλούσα για εσένα. Και τα δάκρυα ήταν κι αυτά ποιητικά. Μπορεί να φταίει η ταινία. Μπορεί για πάντα να φταίει αυτή η ταινία που ποτέ δεν έπαιξα.

Στο ρολόι που έχουμε πάνω, πίσω από το δίσκο με τα κουλουράκια και τα ραφτικά, έμαθα να λέω την ώρα. Πώς γίνεται τόσα χρόνια μετά ακόμα να την μπερδεύω; Πώς γίνεται να μη μπορώ πια να την ορίσω; Στα παρά μπερδεύομαι. Τα ακριβώς τα ξέρω. Απλά τυχαίνει να μην έρχονται ποτέ. (Να θυμηθώ να κοιτάξω τις μπαταρίες).

Στον αγώνα να τελειώσω το έγκλημα και τιμωρία. Έχω κατακτήσει μόνο την έννοια του τίτλου. Από μικρό παιδί - μαζί με την ώρα. Γνωρίζω εμπειρικά τι έρχεται μετά το έγκλημα. Ενοχικά καμία φορά το επιλέγω και περιμένω την τιμωρία να έρθει. 

Και πάντα

αργά ή γρήγορα

έρχεται. 

Η τιμωρία. 

Σάββατο 1 Αυγούστου 2020

21

Είμαστε τα παιδιά του glam.
Βασικά είσαι το παιδί του glam
και κλέβουμε από εσένα 
όσοι είμαστε δίπλα σου. 
Κλέβουμε και την παιδικότητα και το glam.

Ένα παιδί τόσο διαφορετικό από τα άλλα, όμως ακόμη παιδί. Ανυπόμονο, ευέξαπτο, πονηρό, μικρό, ευαίσθητο, φωτεινό, χαρούμενο. Παιδί.

Ένα παιδί που πρέπει να ελίσσεται ανάμεσα σε κινδύνους, στεναχώριες, ατυχίες, νεύρα, εμπόδια και να βγαίνει όλο και πιο φωτεινό. Το μόνο που χρειάζεται είναι τέσσερις ρόδες, και μια όρεξη που να πηγάζει από την ψυχή ώστε να τα καταφέρει. Ελπίζω το μέσο πλέον να σε βοηθήσει ώστε να δραπετεύσεις από κάθε τι κακό, παιδικά και με μια θαρραλέα αθωότητα. Στρώσε το δρόμο, σου κράτησα ήδη αρκετά το χέρι, ξέρω ότι ήδη μπορείς και μόνη σου... Δεν θα πέσεις.

Το παιδί που ακούει δυνατά τη μουσική. Πολύ δυνατά. Το δεύτερο μέσο για να εκφράζεσαι όταν δεν μπορείς να μιλήσεις. Η μουσική. Μπορείς να πεις ο, τι θέλεις με τη σωστή επιλογή τραγουδιού. Να φυλάς τους δίσκους σου. Θα συναντιόμαστε για πάντα λίγο πριν το 98 και θα ακούμε τα δικά μου. Που γίνονται και δικά σου για ευνόητους λόγους.

Ας κοιμάσαι νωρίς όταν είμαι εκεί, ας μου σπας τα νεύρα με τα νεύρα σου, ας τρώω κι εγώ μαζί σου το γλυκό πριν το αλμυρό, ας μου λες ότι δεν είμαι αστεία γελώντας, τα απολαμβάνω όλα οικτρά. Το παραδέχομαι. 

21 γιατί έτσι. Παιδί γιατί έτσι. Ευτυχισμένη γιατί έτσι. Νευριασμένη γιατί έτσι. Ευθαρσώς πανέμορφη γιατί έτσι. Υπέροχη γιατί έτσι. Εσύ. 

Να συνεχίσεις μέχρι τα εκατό, έτσι κι αλλιώς "καλά αυτές οι δύο, ακόμα μαζί θα ήτανε παιδί μου". Βρες την ηρεμία σου στους ανθρώπους σου. Κι αν δεν μπορείς χάλασε τους και τη δική τους να είστε ίσα. Να χαρείς τα δώρα σου κι εγώ εσένα.



Σ' ευχαριστώ. 
Σ' αγαπάω. 

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

μια αποδυναμωμένη, ας πούμε

Κι ας έρχεται η δύναμη από μέρη που δε τολμάς να φανταστείς, 
πάντα σε κάνει να δείχνεις όμορφη. Η δύναμη.
Ας πούμε, από την Κηφισσιά. Ας πούμε, 
"ποτέ να μην αρνείσαι, σε εκείνον που ποθεί,εκείνο που ποθεί".

Ας πούμε ότι η χαρά είναι συναίσθημα.
Κι ας πούμε ότι είναι και όνομα.
Για φαντάσου, μόνο να φανταστείς σου ζητώ,
ο άνθρωπος αυτός, που του δόθηκε τυχαία,
που η ονοματοδοσία έγινε για λόγους που πια δεν έχουν καν σημασία,
να γνωρίζει αυτό το συναίσθημα.
Να το αφουγκράζεται. Να το μεταδίδει. Να είναι χαρά. 
Να ντύνεται χαρά. Να καπνίζει και να πίνει χαρά. Να σου μιλάει χαρά. Να σε αγγίζει χαρά.

Μόνο να φανταστείς σου ζητώ.

Και πώς καταφέρνεις να γίνεις εσύ, 
εσύ που μόνο λύπη θυμάσαι να θυμίζεις, 
εσύ που μόνο λύπη πιστεύεις ότι μυρίζει
στα σώματα αυτών που λύγισαν, 
χαρά;

Και πώς εξηγείς με λόγια παρ' όλα αυτά μικρά,
ότι 8 του μήνα θα είσαι λύπη και 10 του μήνα χ α ρ ά;
Πώς εξηγείς με λόγια μικρά, ότι δε μπορείς να μην;
Με ποιό τρόπο κάνεις κατανοητή αυτή τη λύπη,
που δεν έχει σχέση με κανέναν άλλον,
αλλά δυστυχώς, 
μόνο 
με σένα;

Και ας πούμε ότι εξηγείς.
Ας πούμε ότι γίνεται κατανοητή αυτή η ακατανόητη έλξη
για συναισθηματική εξαίρεση,
ακόμα υπάρχει το ερώτημα,
πως στο διάολο γίνεσαι χαρά;

Και πάντα η απάντηση θα είναι



"δε γίνεσαι".



Περιμένεις να έρθει 10 του μήνα 
για να σου θυμίσει η μέρα ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορείς
να 
νιώσεις
να είσαι
να ντύνεσαι
να πίνεις και να καπνίζεις 
να μιλάς και
να αγγίζεις 




χαρά.







*στην αγάμη.

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020

Μεγάλωνα. Εγώ.

Το ότι εγώ μεγάλωνα για σένα,
το ότι ΕΓΩ μεγάλωνα για ΣΕΝΑ,
δε μπορεί να αποκαλύπτει τόσο εύκολα,
μόνιμε και παντοτινέ μου αναγνώστη,
ποιος είσαι εσύ.

Εσύ, αυτός για τον οποίο εγώ μεγάλωνα,
είσαι ο κάθε εσύ.
Είσαι ο κάθε προηγούμενος,
και ο κάθε επόμενος.
Είσαι η ίδια σου η έννοια.
Είσαι το ίδιο το συναίσθημα που αποπνέει
η λέξη που σου δόθηκε για να σε χαρακτηρίζει.
Εσύ.

Ο ιδανικός εσύ.
Ο ονειρικός.
Ο πάντα ίδιος
και πάντα διαφορετικός.
Ο αξεπέραστος.
Ο ένας.
Αλλά ποτέ ένας και ποτέ αξεπέραστος.
Ο πάντα σωστός. Ο εύκολος.
Ο καταπληκτικά δύσκολος και ξεκαρδιστικά λάθος.
Ο ακούραστος.
Ο τόσο γλυκός όταν τα παρατάει.
Ο χαμογελαστός.
Ο πιο μαγικά, απλά και σωστά
αγέλαστος.
Ο συγκινητικά υπομονετικός.
Ο πιο τρανταχτά ανυπόμονος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ.
Ο εσύ που δε γνώρισα ακόμα.
Ο εσύ που ήξερα κάποτε.
Ο εσύ που ήθελα να είσαι.
Ο εσύ που δεν μπορώ να ορίσω.
Ο εσύ που μιλάω για σένα σε πέντε αράδες
και
παγώνουν τα χέρια μου.
Κι ας μη σε ξέρω,
κι ας σε ξέρω τόσο καλά που με αρρωσταίνει.
Κι ας μη σε έχω δει ποτέ,
κι ας έχω βαρεθεί να ξυπνάω δίπλα σου.
Εσύ, αυτός που μεγάλωσα, για να είναι εσύ.

Όχι που

Όχι που τρέμω το σταυρό,
αλλά που δε μπορώ να βρω
χρυσά καρφιά που να αξίζουν τη θυσία.

Ανέκαθεν αυτό έτρεμα.
Τα καρφιά, που δε θα μπορέσουν
ποτέ,
μα ποτέ,
να αντέξουν το βάρος μου.
Παρόλο που η διπλωματία μου στροφάρει πιο γρήγορα
κι από το ένστικτο επιβίωσης μου,
δε μπορώ -κάθε φορά- να τα δικαιολογώ.
Να τα παινεύω.
Να τα ρίχνω όλα -μα όλα- στο δικό μου,
πάντα δειλό και φοβισμένο,
βάρος.

Ίσως,
πίσω από την προσπάθεια μου να εφευρίσκω τις τέλειες δικαιολογίες για τα καρφιά μου, να βρίσκεται ένα κεφάλι αγύριστο, που δε με αφήνει να πώ "έκανα λάθος".

Το να εμμείνω στο λάθος μου σα σωστό, 
είναι πολύ πιο εύκολο από το να

τα τραβήξω με βία από τα χέρια μου,

και να αφήσω

"τις πληγές μου ανοιχτές χαρά να τρέχουνε."

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

σίγουρα είσαι σκορπίος, αλλά μετά τις τρείς, φέρεσαι σαν ιχθύς

"Σε αυτό το σημείο πρέπει να πεις κάτι ποπ, 
είτε είσαι ιχθύς είτε είσαι σκορπιός, 
μα εσύ λες πως η ζωή θα είναι 

ή μια συνεχής σύγκρουση ή ένας συνεχής συμβιβασμός."




Μετά από κάποιες χιλιάδες ώρες παύεις να πιστεύεις - όπως πρώτα - πως η ζωή σου είναι σύγκρουση, όπως την έχεις συναρμολογήσει. 
Τη συναρμολόγησες μέσω μιας εξίσωσης συγκρούσεων, αλλά ξαφνικά τίποτα δεν παλεύει, τίποτα δεν κλωτσάει μέσα σου, δεν τρακάρει, 
δεν δημιουργεί θόρυβο και θραύσματα. Σε έφεραν εδώ μαθηματικά, 
μα εσύ είσαι το λάθος της εξίσωσης. Γιατί δεν είσαι πια σύγκρουση. 

Είσαι αρμονία. Είσαι έρωτας. Είσαι πρωί.


Και δεν είναι ότι συμβιβάστηκες. Είναι ότι αποδέχτηκες.
Και δεν είναι ότι δεν αποδεχόσουν. Είναι ότι σου είχαν μάθει ότι είσαι μια κινητή σύγκρουση. Υπάρχεις για να χτυπάς με τους γύρω σου, να τους προκαλείς     τι; Να τους προκαλείς. Απλά.


Δε γνωρίζω αν είμαι 
σαν ιχθύς ή σαν σκορπιός. 
Ξέρω ότι σιχάθηκα να πιστεύω πως
πρέπει να παλέψω, να χτυπήσω 
και να αντιδράσω. 
Ξέρεις μωρέ; 

Ίσως δεν πρέπει πια.




    συμβιβάστηκα(;)


Υ.Γ. κλασσικός ιχθύς

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

"τα κεριά που σβήνεις, όταν συνειδητοποιείς πως δε θα έρθει" ή "εσύ"



Και δεν είναι ότι δεν έρχεται.
Είναι που δεν πιστεύεις εσύ,
ότι αξίζεις αυτό το φως,
από μόνος σου.
Ένας άνθρωπος: εσύ.
Αξίζεις τα κεριά που,
κάποτε, είχαν άλλον αξίας προορισμό.
Άλλαξε αυτός, εσύ όμως όχι.
Εσύ ξαφνικά με μανία φυσάς,
αυτά που άναψαν,
αυτά που φώτισαν,
έδειξαν και ανέδειξαν.

Κι εσύ ακόμα πιστεύεις.
ότι δεν τα αξίζεις,
αν δεν υπάρξει ερχομός.
Και ποτέ δε θα τα αξίζεις,
αν μόνο,
πάντα και παντού,
περιμένεις. 

Σάββατο 15 Ιουνίου 2019

Οι βαβούρες

Φτιάξαμε τη δική μας κανονικότητα, και μέσα σε αυτή -εμείς οι ίδιοι- ξεχωρίζουμε. Τι χρειάζομαι; Τι πρέπει να χρειάζομαι; Ποιος με χρειάζεται και γιατί κάνει αυτό, το "κάλυμμα" της ανάγκης να κρύβει με μαεστρία; Πώς ορίζεται το ενδιαφέρον; Γιατί βρίσκω πάντα παραθυράκια να το αφήνω αόριστο;

Η βαβούρα. Πόσο απαίσια λέξη η βαβούρα; Θα έπρεπε να υπάρχει μια λέξη για τις κακιασμένες πεταλούδες στο στομάχι. Αυτές που σου θυμίζουν πόσο δειλός ήσουν, είσαι και θα είσαι, και πόσο αχάριστος. Θα μπορουσαν να λέγονται "βαβούρες". Και όποιος τις αναφέρει να τονίζει το ρο σαν να φτύνει απελπισία και βρωμιά.

Η τέχνη του να υφίστασαι. Ακόμα και το ίδιο το ρήμα αγκομαχά στο β' ενικό. Δεν είναι η ζωή για να υφίστασαι καρδιά μου. Μπροστά στην αδράνεια αυτού του ρήματος, ακόμα και οι βαβούρες είναι θεμιτές.

Άφησε τες να υπάρξουν και μ ι λ α μ ο υ.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2019

Μάθε ποιός είσαι κι έλα να με σώσεις ΙΙ

Ξέρεις, είναι οκ κάποιες φορές να μένεις στην απ' έξω. Δηλαδή είναι μέσα στη γαμημένη τη ζωή κι αυτό, πώς γίνεται να μην το αποδέχομαι, πώς γίνεται να με πληγώνει το έξω; Αυτή η έννοια της ανασφάλειας, αυτή η έννοια της αποστροφής του βλέμματος από πάνω μου, αυτή η έννοια του φτιαγμένης απο χέρια τρίτων μοναξιάς. Και μακάρι τα χέρια να ήταν μόνο τρίτων.

Δεν θυμώνω. Δεν βράζει το κεφάλι μου συχνά, αν κάποιος δεν παραβιάσει δηλαδή τα όρια της πιθανής λάβας που με διαρρέει. Άρα γιατί ενώ δεν πιστεύω στη μοίρα, καταρρέω και με χτίζω, σχεδόν μοιρολατρικά; Πως το αφήνω τόσο συχνά να με προσπερνάει αυτό, που δεν είναι φτιαγμένο να προσπερνάει. Μόνο για να πονάει και να θυμίζει είναι αυτό. Όλους, εκτός απο εμένα. Εμένα απλά με προσπερνάει και με αφήνει -μέχρι και αυτό- στην απ' έξω.

Και μπορεί η άσκηση αυτοσχεδιασμού να με πηγαίνει σε μέρη που η αναπνοή δεν ποινικοποιείται, αλλά η δική μου κλεισμένη πια από καιρό σε κωλοκούτια, ξέχασε να ζητάει οξυγόνο. Βαρύ πυκνό σκοτάδι και βαριά ζέστη. Τι να ζητήσω, τι να απαιτήσω από τη ζέστη, όταν έχει μάθει βαθιά να υπηρετεί τα κουτιά μου, τα μέτρα και τα σταθμά μου;

Σε ζήτησα. Κι αν δεν με άκουσες, κι αν δεν αφουγκράστηκες ποτέ σου τη θερμοκρασία μου είναι γιατί το κοινό μας όλο είναι θαμπό και καλυμμένο με σκληρή, βαθιά, ριζωμένη και τυφλή ανάγκη. Κι όταν συμβαίνει αυτό σε λυπάμαι περισσότερο από όσο μπορώ και λιγότερο από όσο χρειάζεται για να σε αφήσω.

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2019

Το ρέμα

 Οι λέξεις κάποτε ήταν μαύρες. Κι εγώ ήμουν ένα με αυτές. Πολύ παλιά όμως. Τότε που ένα χρώμα ήταν αρκετό, κι ας ήταν το πιο μουντό του κόσμου όλου. Μέσα από αυτή τη μαυρίλα, έπαιρνα μορφή, σχήμα, ανάσες. 'Όλα ήταν πιο απλά.
 Μαύρα; Ε ναι μαύρα, αλλά μόνο αυτό. Όχι τη μια γκρι, την άλλη σομόν, την άλλη λαχανί, την άλλη πετρόλ. Το κοινό όλων αυτών, είναι ότι τα λες "περίπου" χρώματα, και σίγουρα δεν ξέρεις πόσο βαθιά πρέπει να είναι η ανάσα στο πετρόλ, και πόσο κοφτή στο λαχανί. Εντάξει μπορεί να έμαθες με τον καιρό ότι στο σομόν δεν πρέπει καν να αναπνέεις, αλλά αυτό δεν δίνει άλλοθι στην εξαντλητική "περίπου" πολυχρωμία.
 Και περνάνε οι καιροί, και οι λέξεις παύουν να φτάνουν. Όχι με έναν ποιητικό τρόπο. Με έναν θλιβερό, ανούσιο.
 Η ενηλικίωση μου και τα πρώτα χρόνια της, δεν ήρθαν με ευθύνες, άγχη, σοβαρότητα. Αυτά υπήρχαν από πριν. Ήρθαν και πήραν τις λέξεις μου μακριά - μία προς μία.
 Περισσότερα χρώματα, λιγότερες λέξεις. Σου κόβει την ανάσα αυτή η ησυχία. Και να έλεγες πως κάπου οδηγεί [...]
 Αυτή η ησυχία, η πνιγερή, με έφερε ως εδώ. Αν πέσεις από τον γκρεμό πάει έπεσες. Στο ρέμα όμως αν κολυμπήσεις μπορεί να αχνοφανούν μπροστά σου "επιλογές", είχα ακούσει κάποτε. Και να' μαι εδώ, να κολυμπώ, και να ξεμακραίνει πίσω μου το πελώριο ύψωμα, μαζί και ο γκρεμός του.
 Ξέρεις τι είναι, πιστέ κι αιώνιε αναγνώστη μου; Ότι το ρέμα εξουθενώνει, σε μικραίνει, σε στραγγίζει.
 Πόσοι αποχωρισμοί άραγε σε κάνουν να ανέβεις επίπεδο στην αντοχή τους;

Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017

Τα πράγματά σου

Ροζ ήταν. Ακαθόριστο σχήμα. Η μυρωδιά του πλαστικού στεκόταν στην καρδιά σου και την πρόσταζε να χτυπήσει δυνατότερα.

Σχοινί από κερί και κλωστή. Ελαφρύ. Καλλιγραφική γραμματοσειρά. "Άγγελος". Σε πρόσταζε να πας πιο κοντά. Σωματικά και πνευματικά.

Λουλούδια. Τα έφερε τη στιγμή που τα χέρια μου ήταν άδεια. Γέμισαν μαζί και το στομάχι μου με μπουνιές. Το "μπράβο" σε ένα αντικείμενο.

Δεν τα φοράω εγώ αυτά. Μου το έδωσε όταν τα δάχτυλα μου ένιωθαν μοναξιά. Το χρώμα του δήλωνε τη ζεστασιά που έχει το σπίτι.

Δήλωσα ότι το καλοκαίρι χωρίς αυτές δεν είναι καλοκαίρι. Μέσα από τη θάλασσα δεν μπόρεσα να τρέξω κατά πάνω. Να παίξω. Έτρεξε η ψυχή μου κι αυτό φτάνει.

Σου μύριζα τα μαλλιά και το μυαλό μου χοροπηδούσε από τη χαρά του. Το λαστιχάκι που μου έδωσες το συγκρατούσε μέσα στο κεφάλι μου τη στιγμή που μου έλειπες περισσότερο.

Φωτιά. Αναπτήρες πολλοί. Καμία φωτιά δεν ήταν ικανή να αποτυπώσει την κάψα στην καρδιά και το σώμα μου.

Τα κλειδιά μου δέκα φορές βαρύτερα τώρα που έχουν το κλειδί της καρδιας σου. Ασημένιο, λαμπερό, όπως τα μάτια μου οποιαδήποτε στιγμή σε κοιτάξω.

Πολλά, παρά πολλά αντικείμενα. Πράγματα. Δικά μας.

Ξέρεις ποια είναι τα ειλικρινέστερα δώρα σου;

Τα χέρια σου στο μέτωπο μου όταν νιώθω άρρωστη ή αδύναμη. Η πιο δυνατή αγκαλιά όλου του κόσμου. Κι ας τη νιώθεις αδύναμη. Κάνει την καρδιά μου να σκάει. Το σαπούνι στην πλάτη που ακόμα και να έφτανα θα σε φώναζα να βοηθήσεις. Το φαγητό που ποτέ δεν θα έχει αρκετό αλάτι. Τα μάτια σου. Μου κατακλύζουν το μυαλό και δεν αναπνέω μέχρι να τα ξαναδώ. Ο Μίκυ που πλέον δεν είναι μόνος. Έχει το τεντωμα σου για παρέα.

Εσύ. Οι στιγμές μας. Οι πεταλούδες. Η ζεστασιά. Το σπιτι.

Είμαι ικανή να ξεχάσω να βάλω παπούτσια, να ντυθώ, να πάρω λεφτά, να φάω, να ξεχάσω το λαστιχάκι σου.

Πότε δεν θα καταφέρω να ξεχάσω να γίνει κόμπος το στομάχι μου που είσαι μακριά. Πότε δεν θα καταφέρω να μην αγχωθω για το αν έβαλες παπούτσια, αν έφαγες, αν πήρες λεφτά...

Μείνε κοντά μου να μου θυμίζεις τα μικρά. Και άσε με εμένα να σκοτίζομαι για αλλά μεγαλύτερα. Θύμωσε μαζί μου και θύμισε μου να παίρνω ανάσες όταν μας χωρίζει ένα χιλιόμετρο.

Συνήθισε τα άσχημα. Κι αν όχι, ελπίζω να μην έχω δουλειά για να μην σταματώ να σου λέω ότι σ'αγαπάω και ότι βιαζόμουν να πάω στη δουλειά.

Γίνε το μυαλό μου, μπας και γίνω άνθρωπος, γιατί η καρδιά μου είσαι ήδη.

Τρίτη 4 Απριλίου 2017

Πληγές

Με ρώτησες τι μπορεί να με πληγώσει. Δεν πρόλαβα καν να ξεκινήσω.

Γελάω και μόνο στη σκέψη της ποσότητας αυτών που μπορεί να με πληγώσουν.

Οι κοφτές ανάσες, η συνειδητοποίηση του χαμένου χρόνου, οι ενοχές, οι καταπιεσμένες πεταλούδες, η ανούσια κούραση, τα παγωμένα γέλια, η ανατολή όταν το βράδυ δεν ήταν αρκετό, η ανειλικρίνεια -όχι το ψέμα- η ανειλικρίνεια, το άδικο -αχ πόσο μπορεί να με πληγώσει το άδικο-, οι μιζέριες, οι ανούσιες αλλαγές, το χώρια -και σπανιότερα το μαζί-, το "κρίμα", οι απαγορεύσεις, οι πληγές άλλων.

Μπορώ να πληγωθώ και να επουλωθώ το επόμενο δευτερόλεπτο. Μπορώ να πληγωθώ και να μην επουλωθώ ποτέ. Μπορώ να πληγωθώ εσκεμμένα. Μπορώ να πληγωθώ χωρίς να το ξέρει κανείς. Μπορεί να με πληγώσει κάποιος που με μισεί. Μπορεί να με πληγώσει κάποιος που μ' αγαπά. Που είναι ερωτευμένος μαζί μου.

Μπορώ να πληγώσω κάποιον στην προσπάθεια μου να μην. Ναι, μπορώ.

Αποτελούμαστε από πληγές. Όλοι.
Στην προσπάθεια μας να φυλαχτούμε από τις επόμενες, σηκώνουμε τείχη, τείχη που δύσκολα προσεγγίζονται.
Ένας άνθρωπος δεν είναι αρκετός για αλλαγή.
Κι έτσι οι άνθρωποι χαραμίζονται. Κάθε ένας βγάζει και από ένα κομματάκι του τείχους.
Ποια είναι η παγίδα;
Ευχήσου εκείνος που θα τύχει να βγάλει το τελευταίο κομμάτι, να μην είναι αυτός που θα ευθύνεται για τη δημιουργία του επόμενου τείχους.

Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Τα ζόρια

Timing. Σε μια παρέα το timing θα ήταν αυτός ο μπάσταρδος που πάντα περνάει καλά. Όλοι ασχολούνται μαζί του. Λέει ο,τι σκέφτεται. Εκνευρίζει τους πάντες, αλλά η παρέα δεν υφίσταται χωρίς αυτόν. Μπορεί να σε κάνει να τον καψουρευτείς και μετά να σου πει "δεν είμαι σε φάση", ή να ζήσετε για πάντα μαζί ευτυχισμένοι. Το timing στη ζωή είναι το ζόρι. Το ζόρι που πολλές φορές το αποζητάς.

Α: - Γιατί αρνείσαι;
Β: - Δεν αρνούμαι. Επιβιώνω. Προσπαθώ να επιβιώσω τουλάχιστον.
Α: - Δεν έχεις το δικαίωμα να αρνείσαι.
Β: - Δεν έχεις το δικαίωμα να προσπαθείς να μου επιβληθείς.
Α: - Είδες που σήμερα είχε κρύο τελικά;
Β: - Μην αλλάζεις θέμα.
Α: - Δεν έχω μάθει να μου δίνονται.
Β: - Γιατί λες ψέμματα;
Α: - Ωραία. Με αγχώνει να μου δίνονται.
Β: - Πάλι ψέμματα.
Α: - Ωραία. Λατρεύω να μου δίνονται. Λατρεύω την ιδέα ότι μου δίνονται. Όχι αυτούς.
Β: - Είσαι ο πρώτος άνθρωπος που ξέρω που ερωτεύεται ιδέες.
Α: - Ερωτεύομαι την ιδέα του έρωτα. Ερωτεύομαι το ιδανικό που υπάρχει μόνο στον εγκέφαλό μου.
Β: - Και πώς μπορείς να συνυπάρχεις μαζί τους;
Α: - Εκείνοι μπορούν να κρατούν τις ιδέες μου ζωντανές.
Β: - Πως μπορείς να σου αρκούν;
Α: - Δεν μου αρκούν.
Β: - Πώς μπορείς;
Α: - Δεν μπορώ.
Β: - Γιατί αρνείσαι;
Α: - Δεν αρνούμαι. Επιβιώνω.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

Που πάνε οι μυρωδιές όταν φεύγουν;


 Η βαλίτσα μου ήταν γεμάτη μυρωδιές. Κάθε ρούχο μύριζε "μαμά". Μέχρι που τα φόρεσα, τα ξαναφόρεσα, και ήρθε η ώρα να παρέμβω. Να παρέμβω στις αναμνήσεις. Να πλύνω αυτή τη μυρωδιά. Να πλύνω αυτή την ανάμνηση. Και η μυρωδιά της "μαμάς" έφυγε. Ήρθε μια φθηνή μυρωδιά. Μια που φώναζε απομάκρυνση και ανεξαρτησία. 

 Μπαίνοντας στο νέο σπίτι, και όχι σπιτικό, εισέπνευσα την αύρα του. Αυτό το σπίτι μύριζε μοναξιά, δυσκολίες, παρόλα αυτά ενθουσιασμό και βιασύνη.  Με γοήτευσε η επιμονή αυτής της μυρωδιάς. Στο τέλος της μέρας, έμπαινα μέσα στο δωμάτιο , και μύριζα καταφύγιο. Δεν το επέλεξα, αλλά το ένιωθα. Περίμενα απ' την αρχή την ώρα της φυγής, αλλά αυτό το συναίσθημα ήταν σίγουρα μέσα στον πυρήνα των αναμνήσεων μου και δεν μπορούσα να ξεφύγω.
 Έκανε κρύο. Είχε όμως ήλιο. Μύρισα Άνοιξη. Ήταν Χειμώνας αλλά εγώ μύρισα για μια μικρή μοναδική στιγμή την Άνοιξη. Πήρα βαθιά ανάσα για ν' αντέξω το κρύο. Το κρύο που για μικρό χρονικό διάστημα το αποζητούσα και χαιρόμουν μυρίζοντας το καμένο ξύλο από το τζάκι. Μου είπε: "ο,τι σου λείπει, αυτό θα ζητάς, να το θυμάσαι, αντίο." Μα εγώ μύριζα για λίγο Άνοιξη και δεν με ένοιαζε. 
 Μπήκα στο θέατρο δέκα λεπτά αργοπορημένη, κουβαλώντας καφέ και νεύρα. Μύρισα το ξύλο της σκηνής και για μια στιγμή δεν με ένοιαζε. Από εκείνη τη στιγμή θα ήμουν κάποια άλλη και όφειλα να αφήσω πίσω την πραγματικότητα. Τι ανακούφιση. 
 Το καταφύγιο στο δωμάτιο του σπιτιού, παίρνει διαστάσεις και στη μυρωδιά των ανθρώπων. Ξέρω πως μυρίζει ο αδερφός μου, και επίσης ξέρω πώς μυρίζει ο "αδερφός" μου, και αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία. Οι άνθρωποι μου, τα καταφύγια μου, με στοιχειώνουν, με μαγεύουν, με ανακουφίζουν. Με κάνουν να νιώθω ασφάλεια. Και - ειλικρινά - η ασφάλεια μυρίζει καλύτερα απ' όλα τα συναισθήματα.

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

Ξέρεις τελικά τι είναι;


Ξέρεις τι είναι; Είναι ότι μέσα σε έναν νέο κόσμο με λέξεις, οι δικές μου ντρέπονται και φοβούνται και νιώθουν δέος και κομπλεξάρονται και αρνούνται. 
Είναι τόσα πολλά αυτά που έχουν να δουν και να ακούσουν 
που πιάνουν από το χέρι τον ορκισμένο τους εχθρό: την ησυχία. 

Η σαπίλα με τρέφει και μου συμπαραστέκεται κι εγώ την κοιτάω με απάθεια για ώρα στα μάτια. Σπάει πρώτη, γελάει. Εγώ ανέκφραστη στρέφω αλλού το βλέμμα μου. Πλάνο σε εκείνη - γέλιο. Πλάνο σε εμένα - κοιτάω έντονα τον τοίχο. Πλάνο σε εκείνη - με πλησιάζει και γίνεται ένα με εμένα: η σαπίλα. Προσπάθησε να μεταφράσεις τις σκέψεις μου σε πλάνα. Φρόντισε οι ηθοποιοί σου να μην χρησιμοποιήσουν ρεαλισμό. Κανένας ρεαλισμός δεν είναι σε θέση να αποτυπώσει την ενοποίηση της σαπίλας με τον άνθρωπο. Να' ναι σωματικό. Τόσο σωματικό που να σπάει το σώμα τους σε χίλια κομμάτια και να μην τους νοιάζει. Φρόντισε να είναι καλή η διανομή σου. Φρόντισε να έχουν όρεξη να δουλέψουν - εσένα. Φρόντισε να μην έχουν καλή άρθρωση ώστε οι θεατές να είναι απεγνωσμένοι. 
Φρόντισε να μην τους νοιάζει αυτό. Φρόντισε.... 
τι άλλο μένει πια να φροντίσεις αν όχι τον ίδιο σου τον εαυτό;


Ξέρεις τι είναι; Είναι ότι μέσα σε έναν νέο κόσμο με εικόνες, οι δικές μου αποχρωματίζονται και σκοτεινιάζουν και αλλοιώνονται και... αρνούνται.

Ξέρεις τι είναι; Είναι ότι μέσα σε έναν νέο κόσμο με κραυγές, οι δικές μου σωπαίνουν και κομπάζουν και βραχνιάζουν και... 

αρνούνται.

Ξέρεις τελικά τι είναι; Είναι ότι μέσα σε τόσους κόσμους ξέχασα να βρω τις λέξεις, τις εικόνες και τις κραυγές μου. 
Και τότε αρνούμαι εγώ η ίδια.

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016

Οι λαχτάρες

Έχουν υπάρξει τόσες στιγμές που επιθυμήσαμε κάτι με όλη μας την καρδιά. 
Το θελήσαμε, το ζητήσαμε, το δοξάσαμε.
Η μαγεία του πράγματος είναι ότι πότε - μα ποτέ - δεν το πήραμε στην ώρα του. 

Μέσα στις πρώτες αναμνήσεις μου, είναι οι πρώτες βαθιές μου λαχτάρες. 
Τότε που προσπαθούσα διακαώς να δω τι συμβαίνει από την άλλη μεριά του πάγκου, 
έξω στα μαγαζιά, μα το ύψος μου δεν μου το επέτρεπε. 
Τότε που ήθελα απεγνωσμένα εκείνους τους μαρκαδόρους, 
ενώ τους είχα ξανααγοράσει πριν ένα μήνα. 
Εκείνη τη φορά που έβαλα τα κλάματα ζητώντας από τον μπαμπά μου να ξαναδούμε στο καπάκι 
την ίδια ταινία στο σινεμά. Μου είπε "είναι ανούσιο, μόλις την είδαμε." 
Εγώ όμως με την λογική μου απαντούσα "Μα τώρα ξέρουμε ότι μας άρεσε, 
αν δούμε μια καινούργια μπορεί να μην είναι καλή."

Αυτό που θέλω να πω, είναι πως όταν αυτές οι επιθυμίες ικανοποιήθηκαν 
εμείς δεν ήμασταν οι ίδιοι άνθρωποι. 
Και δεν ενθουσιαστήκαμε στον ίδιο βαθμό που κάποτε το λαχταρίσαμε. 
Είδαμε τι γίνεται πίσω από τον πάγκο, γίναμε τα πρότυπα μας και ταυτόχρονα τα καταρρίψαμε, ερωτευτήκαμε, κάναμε πως ερωτευτήκαμε, φιλήσαμε κάποιον, 
ξαναφιλήσαμε, προσπαθήσαμε, αποτύχαμε, επιτύχαμε. 

Όλες αυτές οι επιτεύξεις των ονείρων μας φέρουν με μαθηματική ακρίβεια εδώ που είμαστε τώρα.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο. Η λαχτάρα μας οδηγεί και εμείς τυφλοί την ακολουθούμε. 
Καμιά φορά, μπαίνει στο δρόμο η λογική και μας τα χαλάει. 
Αργά ή γρήγορα όμως επιστρέφουμε στο γνωστό μονοπάτι που ποτέ δεν είναι επισφαλές.
Η καρδιά λοιπόν, μπορεί αναλόγως τα κέφια της να σε ρίξει στα πατώματα ή
να σε εκτοξεύσει στα σύννεφα. Να σε αφήσει στη ρουτίνα σου ή
να σου δώσει την ευκαιρία για μια νέα αρχή.
Όταν στη δώσει κράτα την γερά, μη σου φύγει, και ζήσ'τη.



*Στην δική μου καλή αρχή θα πιω αυτή τη φορά.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Τρομο - κρατία

Δεν έχω σπίτι να μείνω, δεν έχω μια πόρτα να μπαίνω και να βγαίνω. Μεγάλωσα περιμένοντας και ξέρω τι πάει να πει αναμονή. Μοιάζω με τους γύρω μου κι αυτό μας πληγώνει. 

Όταν κοίταζα τον ουρανό έβλεπα πότε μπλέ, πότε γκρι, μα ούτε μια φορά δεν είδα φόβο. Όταν σκίζαμε τους δρόμους πότε με ποδήλατο και πότε με αμάξι, ένιωθα ελευθερία, καμιά φορά ένιωθα πεταλούδες στο στομάχι από την ταχύτητα, μα ποτέ δεν ένιωσα φόβο. Την φορά που πήγα στο αεροδρόμιο ένιωθα ενθουσιασμό που θα πετάξω, λιγούρα βλέποντας τις σοκολάτες που πουλούσαν, μα ποτέ φόβο. Στο εμπορικό κέντρο ένιωθα σπάταλη, ένιωθα κούραση από το πολύ περπάτημα, αλλά ποτέ μου δεν ένιωσα φόβο. Μπαίνοντας στο μετρό, ένιωθα βαρεμάρα περιμένοντας, ένιωθα χαρά που εξερευνώ την πόλη μου, μα ούτε μια στιγμή δεν ένιωσα φόβο.

Πλέον νιώθω παντού φόβο.

Βλέπω παντού αίμα, νιώθω την ορμή των ανθρώπων που ήθελαν να ζήσουν. Βλέπω τα χαμόγελα τους, μου φωνάζουν να μη μείνω σπίτι. Τα γεγονότα όμως με κάνουν να μη θέλω να ξαναβγώ ποτέ. Τρομο - κρατία.  Όταν ο τρόμος παίρνει την εξουσία, δεν μπορείς να νιώσεις λιγούρα, ενθουσιασμό, ή βαρεμάρα, νιώθεις μόνο φόβο.

Και σου λένε "βούτα τη ζωή", "η ζωή είναι ωραία". Το ξέρω, το ξέρεις, το ξέρουμε, είναι όμορφη και μαγική, αλλά εκεί έξω μας την κλέβουν. Αν άλλη μια φορά ακούσω τη λέξη "θάνατος" και αντιδράσω σαν να ακούω "καλημέρα", θα κάνω εμετό.

Ο φόβος και ο θάνατος δεν είναι στο χέρι μας. Γι'αυτό και τους φοβόμαστε. Αλλά οι δρόμοι είναι όμορφοι, όπως και η ζωή. Και οι κλέφτες δεν θα σταματήσουν να την κλέβουν, αλλά τα καταφέρνουν ακόμα κι όταν εγώ δεν πάω για μπύρα σήμερα. Μου την κλέβουν λίγο λίγο.

Θέλω να νιώσω. Εύχομαι να νιώσω, κάτι άλλο πέρα από φόβο. Ελπίζω να νιώσω.

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

Γράμμα οργής

Φτάσαμε και στη μέρα που απέρριψα εγώ -ΠΟΙΟΣ ΕΓΩ- μια υπερβολή συναισθήματος. Εγώ, που αν θα έπρεπε να αυτοχαρακτηριστώ θα έλεγα "Καλησπέρα, υπερβολικά συναισθήματα." Εγώ που το αναζητούσα σαν τη δόση μου. Εγώ που το δόξασα, το πήρα, το έδωσα, με αηδίασε, το αηδίασα κι εγώ η ίδια. Εγώ, που στις τελευταίες δέκα αράδες που έγραψα τώρα, χρησιμοποίησα εφτά φορές τη λέξη "εγώ". Οχτώ.

"Μεγαλώνεις." Αηδία. Προχθές ήμουν στην Αγία Παρασκευή και ενθουσιαζόμουν με τη Χαρά που κάνει ναργιλέ, χθες ήμουν στην Αργυρούπολη, έτρωγα, και ήμουν δεκατριών. Μετά από λίγο ακούσαμε αγκαλιά το "όταν έχω εσένα". Λίγα λεπτά αργότερα έκανες μια ρωγμή στην πόρτα σου επειδή σε εκνεύρισα. Και δεν ήταν μικρή, και δεν ήταν από τις στιγμές μου και δεν ήσουν εκεί. Μετά σταματήσαμε να μιλάμε. Και μετά ξαναμιλήσαμε. Μέσα σε ένα μισάωρο είχες μετακομίσει, δεν είχες αντέξει και είχες γυρίσει πίσω. Τελικά καταλήξαμε να κοπανάμε τα χέρια μας στο μάρμαρο όταν έπαιξε ο τρυγητής. Το κοριτσάκι που έπινε φραπουτσίνο κάραμελ με φουντούκι θα θαύμαζε τη μαλακισμένη που κατεβάζει τα κρασιά και βάζει τα κλάματα στο Θανάση. Η μαλακισμένη που κατεβάζει τα κρασιά, νιώθει πως κάτι του χρωστάει. Τότε μάθαινα πως να συνυπάρχω με τους ανθρώπους, τώρα απομακρύνομαι σταδιακά από αυτούς.

Δεν γουστάρω ρε παιδί μου, πώς να στο πω, να συνυπάρξω. Δεν ξέρω αν γούσταρα ποτέ. Το μόνο που ξέρω είναι ότι εκείνο το κοριτσάκι κάπως μου λείπει. Και ένας μεγάλος μου φόβος είναι μην λείπει και στους άλλους.

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Άλλος ένας κύκλος που κλεiνει.

Υπάρχουν κάποιες παρέες που δεν είναι σαν τις άλλες. Δεν είναι όλοι μια δύναμη. Είναι πολλές μικρότερες δυνάμεις. Δεν πέφτει ο ένας να πεθάνει για τον άλλον, αλλά τον προσέχει από τους καθηγητές όταν καπνίζει στο προαύλιο. Δεν ξέρει τα πιο κρυφά του μυστικά, ξέρει όμως τι τρώει από το κυλικείο και πώς πίνει τον καφέ του. Μέσα, λοιπόν, σε δύναμη, στραβοπατήματα, γέλια, παρεξηγήσεις, τσιγάρα, λουγκαρού, καφέδες, πλοία, αλκοόλ, τάξεις, κλάματα και αγάπες πέρασαν τα περισσότερα χρόνια της ζωής μας. Ο κύκλος που άνοιξε 12 χρόνια πριν, τώρα κλείνει. Και για πρώτη φορά δεν μπορούμε ούτε να στεναχωρηθούμε ούτε να χαρούμε με όλο μας το είναι. Γιατί σε κάθε ένα από αυτά τα χρόνια έχουμε αφήσει ένα κομμάτι του εαυτού μας, και πλέον επίσημα ήρθε η ώρα να πούμε γειά.

Όταν περάσει ο καιρός, και ο καθένας θα έχει πετύχει αυτό που ήταν γραφτό για εκείνον, θα υπάρχουν πάντα στο μυαλό και την καρδιά μας οι τσακωμοί για το ποιός είναι τελικά ο λύκος, το βρίσιμο στο ημικύκλιο που ο καφές μας άργησε και έχουμε μάθημα, οι ξαφνικές βροχές και βρεγμένα μας τσιγάρα, ο αέρας αποδέσμευσης και ελευθερίας που είχαμε στην Κρήτη, οι αγκαλιές, τα τραγούδια, οι κοπάνες, οι φωνές, τα μπουγέλα, το βόλεϋ, ο ήλιος. Το 1ο ΓΕΛ Ελληνικού θα μας θυμίζει πολλά. Τι είμασταν, τι θέλαμε να γίνουμε, και τι τελικά γίναμε. Ήταν, είναι και θα είναι η αφετηρία μας για τον έξω κόσμο. Αυτός λοιπόν ο κόσμος είναι ένα βήμα μακριά και έτοιμος να μας υποδεχτεί. Οι δρόμοι μας χωρίζουν, όμως εκείνη η αυλή θα μας ενώνει με ένα μαγικό τρόπο.

Καλή αντάμωση.